Σταγόνες. Και πρώτα από όλα τη σταγόνα του ίδρωτα. Του ίδρωτα του κόπου. Κόπου χειρωνακτικού, κόπου διανοητικού. Όχι μόνο για να την τιμήσουμε, αλλά και για να την υπερασπιστούμε. Σε μια κοινωνία που συστηματικά απαξιώνει την εργασία, όταν αυτή υπάρχει και δεν προσφέρεται με όρους δουλείας  από μια αγορά που η ελευθερία της είναι απ’τα κόκαλα βγαλμένη της απληστίας της. Η σταγόνα, λοιπόν, που αργά κυλάει στο μέτωπο, στο σώμα. Και  αναζητώντας το στόχο της, το δίκιο της, απορροφά από την ψυχή τις τοξίνες του φόβου, τους ιούς της ιδιοτέλειας, φιλτράρει τις συγκρούσεις με συναδέλφους και, τις σπάνιες, με τα αφεντικά. Η σταγόνα που ποτίζει τα ρούχα μας, που πέφτει στο χώμα, και εντέλει γονιμοποιεί. Ναι, είναι αυτή που προσπαθεί να αφήσει το στίγμα της εκεί όπου αναπνέουμε, εκεί όπου μοχθούμε καθημερινά λαμβάνοντας υπόψη τον καθένα. Και κάποιες φορές λάμπει σαν αστεράκι στο βλέμμα μας το σκοτεινό, όταν είναι εκείνων των κόπων μας που γεννούν έργο χρήσιμο, όμορφο και μαγκιόρικο. Έργο της αγωνίας για ζωή. Έργο ανθρώπων που αγωνίστηκαν για να μη ζουν εις βάρος άλλων. Αυτή τη σταγόνα, στις παραλλαγές της, στο λεξικό μπορείς να τη βρεις και ως συνώνυμο της  δημιουργικής αξιοπρέπειας.

Υπάρχει και μια άλλη σταγόνα που, αν την κοιτάξεις προσεχτικά, θα δεις στο πλάι της να σαλεύουν δύο χεράκια. Αδύνατα, άτολμα, άπειρα, νεογέννητα. Χεράκια που διαισθάνεσαι πως ψάχνονται και ψάχνουν άλλα. Στους λαβυρίνθους του έρωτα; Στις γέφυρες της συνεργασίας; Στις βαρκούλες της τέχνης, όταν μας ταξιδεύουν στους ουρανούς της καρδιάς μας; Στην ολόθερμη αγκάλη της φιλίας; Στα τριπάκια του άυπνου μπαρ; Στις υψωμένες γροθιές της αλληλεγγύης; Χεράκια ακρωτηριασμένα από το δόκανο της έμφυτης αυταρέσκειας; Ή, πιο σπάνια, αυτά που εντρυφούν στο σκοτεινό γνώθι σαυτόν; Με νύχια γαμψά για να καμακώσουν το γαμημένο της ζωής το νόημα, χέλι που συνεχώς μας ξεγλιστράει; Τα βασανισμένα έγχρωμα, που μας οδηγούν αλαφιασμένους στα άκρα; Χεράκια ρημαγμένα που έχουν κάψει φλάντζα; Τα άλλα, τα αιχμάλωτα στις τσέπες που κατέβασαν ρολά, αλλά κι εκείνα που συνεχίζουν με την ψυχή στο στόμα; Χεράκια αιμοδότες ψυχών και σωμάτων, φίλων και ξένων; Και το κρύο χέρι του θανάτου, που γι’άλλους είναι μαχαίρι και, πώς γίνεται αδελφέ μου, για κάποιους να είναι μέλι;

Όλα αυτά, μαζί και χώρια. Όλα παίζουν και για όλους, όπως πάντα και παντού, παίζουν και στοχάζονται και βαθιά κοιτάζονται. Μιλάμε λοιπόν για τη σταγόνα που ανοίγεται στον κόσμο και στους άλλους. Μιλάμε για τα χεράκια εκείνα  που το μέσα τους άπαιχτο, τα κάνουν να θέλουν κεράκια να γεννούν. Και παίρνουν τα ρίσκα αυτής της μεταμόρφωσης, τα παίρνουν προσωπικά και υπ’ ευθύνη τους. Κι αυτό, λέει η παράδοση, πως συμβαίνει όταν επιθυμείς διακαώς να είσαι πρώτος και μαζί και τελευταίος. Να είσαι όμως ήδη κάποιος, ώστε να μπορείς να κάνεις αυτό το ταξίδι, να μπορείς να έρχεσαι και στη θέση του άλλου, του πιο αδύναμου από εσένα, από εμάς. Όχι χύμα, αρπακτικά και ψηφοθηρικά. Αλλά, όπως σε φάσεις, που είχαμε χάσει τα αβγά και τα καλάθια, αυτοί που μας πλησίασαν με σεβασμό, ευγένεια κι ευαισθησία, αυτοί νοιώσαμε πως μας κερνούσαν σταγόνες από νεράκι ιαματικό. Να κι άλλη μια σταγόνα λοιπόν που μας ενδιαφέρει, που θα την ψάξουμε και ελπίζουμε να καταφέρουμε το πνεύμα της να σας το μεταδώσουμε.

Αλλά θα μιλήσουν και οι καθημερινές σταγόνες μας, ελπίζουμε με όσο γίνεται πιο προσωπικό τρόπο. Αυτές οι κοινές, που το σπίτι τις ψυχοπλακώνει κι όλο γυρνάνε στους δρόμους, στα λεωφορεία, στο μετρό, στις πλατείες και στα μαγαζιά, αυτές που ψάχνουν με το κιάλι λίγο πράσινο, μια ανάσα καθαρού οξυγόνου κι αντ’αυτού αναπνέουν την δυσοσμία μιας αγύρτικης και ξετσίπωτης πολιτικής, υπηρέτριας, με το αζημίωτο φυσικά, των κατόχων του άυλου χρήματος, άρρωστης για εξουσία. Και βεβαίως σε έντονο κοντράστ με τις αόρατες που μετρούν και ξαναμετρούν τα τελευταία τους ευρώ ή  ψάχνουν στα σκουπίδια να βρουν τι; Και οι σταγόνες, των φτωχών προπάντων, που το σχολείο τις απωθεί όλο και πιο πολύ, κι εκείνες όμως που προχωρούν, μα, στο τέλος, γιατί άραγε στεγνώνουν; Ώρες πολλές στις καφετέριες, λόγια-σιωπές σημειώσατε χι, πλάκες – βαριεστιμάρα πάλι χι, μα το ταμείο των πράξεών μας πάντα είναι μείον; Όμως θα θέλαμε να μας πουν πού περνάνε  καλά και με ποιους, και τι να κάνουμε για να καταφέρουμε να ζωντανέψει λιγάκι το πράγμα στην πόλη μας; Και του Σαββατοκύριακου οι πολύχρωμες, οι φωνακλάδικες, τι θα γίνει μ’αυτές, που’χουν την επίγευση της χαράς πικρή, από νίκες σε στημένα ματς;  

Και οι σπιτικές σταγόνες, θα θελήσουν άραγε να μας ιστορήσουν πώς και από πού αντλούν ευφορία, πώς βιώνουν τις εντάσεις και πώς τις καταλαγιάζουν ή για τα «εμβόλια» ενάντια στις ριπές τρέλας, θα’χουν κάτι να μας πουν; Θα μας  μιλήσουν για τα ζόρια, τις ματαιώσεις, τη φθορά, και για τα παιδιά, πώς ανατρέφεις σήμερα παιδιά με κινητά και τατουάζ, μ’ ακουστικά και σκουλαρίκια; Κι αυτά, τουλάχιστον από μέσα τους, λένε κάποιο καλό λόγο για τους δικούς τους; Κι αν κάνουν όνειρα, θα τολμήσουν να μας τα ψιθυρίσουν; Έχουν άραγε καταλάβει οι σπιτικές, από πού αντλούν δύναμη και κυκλοφορούν πέρα δώθε, άπειρα χιλιόμετρα στα ίδια δωμάτια, να μας πουν αν και πώς ξεκλειδώνει η συζυγική αγκάλη; Και όταν μας ανοίγει η όρεξη για την περιποίηση του σώματος, για το σιάτσου της ψυχής μας, χρόνος, υπάρχει χρόνος;  Να, όπως τα βράδια, ιδιαίτερα τα μεγάλα του χειμώνα. Πες μας, όμως, καλή μου, πώς θα περάσει η βραδιά; Χωμένοι ο καθένας στο κουκούλι της τι-βι  ή κάνοντας πατινάζ στο κρύο γαλάζιο του διαδικτύου; Μας αρκούν αυτά, μας γεμίζουν;

Προφανώς υπάρχουν κι άλλες σταγόνες, χιλιάδες. Θα κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας για να τις φέρουμε στο φως, να τις αισθανθούμε, να τις αποκρυπτογραφήσουμε, να σας τις κοινωνήσουμε. Θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για να ακούσουμε τις φωνές σας, τους ψιθύρους σας, τις σιωπές σας. Θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για να συζητήσουμε μαζί σας.

Και βασιζόμαστε σ’ εσάς. Σας ζητάμε να μην περάσετε στο ντούκου τις ατέλειές μας, τα λάθη μας, τις ανεπάρκειές μας, τις αντιφάσεις μας. Να μας κρίνετε, αλλά με τέχνη και αγάπη, ώστε να μπορούμε να βελτιωνόμαστε. Να μας κρίνετε παίρνοντας, όμως, υπόψη τα κίνητρά μας, που πιστεύουμε πως δεν είναι εγωιστικά και φτηνιάρικα. Ούτε να τα κονομήσουμε θέλουμε, ούτε είμαστε γλυφτρόνια της κάθε αυτιστικής εξουσίας. Ερασιτέχνες είμαστε, παιδιά, που κάνουμε το κέφι μας, ψάχνοντας τις αλήθειες μας, για να συνομιλήσουν με τις δικές σας σε ένα κόσμο που άλλοτε μας φαίνεται προσπελάσιμος κι άλλοτε τελείως ακατανόητος.  Ερασιτέχνες είμαστε, φίλοι μας, που με πείσμα υγιές θα προσπαθήσουμε μαζί να ξαναγεννηθούμε για μια ακόμα φορά. Και προτείνουμε να φροντίσουμε ιδιαίτερα εκείνο το λοξό του καθενός, που τολμάει και μας σπρώχνει στο αναπάντεχο, κάθε φορά που μέσα μας χορεύουν πυγολαμπίδες από το μέλλον. Πολύ θα χαρούμε αν μας νοιώσετε ως δικούς σας ανθρώπους. Παίρνουμε το θάρρος και ανεβάζουμε αυτή την ιστοσελίδα, κάνουμε την πρώτη κίνηση, ελπίζοντας στην ανταπόκρισή σας.

- Καλέ σεις, πού πάτε, φεύγετε και με μένα τι θα γίνει, με ξεχάσατε εντελώς, μας ρωτά εναγωνίως η σταγόνα εκείνη που ξεχειλίζει το ποτήρι. Για να το πούμε καθαρά, δεν εκστασιαζόμαστε, όταν τα ποτήρια  ξεχειλίζουν, ούτε παθαίνουμε με τις σταγόνες που οδηγούν τα πράγματα εκεί. Όταν ανίκανες αντιλαϊκές πολιτικές σπρώχνουν τα πράγματα στα άκρα, τότε νομίζουμε πως η καλύτερη στάση από τη μεριά μας είναι αυτή που δίνει φως στην τυφλή οργή. Γιατί, αλλιώτικα, το ανεξέλεγκτο αυτοντοπάρεται, και εύκολα χάνουμε κάθε επαφή με το έλλογο. Έτσι, απροετοίμαστοι, θα βρεθούμε στο βασίλειο των ημερών, που μια ανάσα απέχει το καλό από το κακό, το δίκαιο από το άδικο, το ωραίο από το άσχημο, η ελευθερία από την ασυδοσία, το νόμιμο από το παράνομο, η επαναστατικότητα από το φθόνο, οι λύσεις που ανοίγουν δρόμους για τους πολλούς από τις λύσεις που τους γεμίζουν φόβο. Μια ανάσα. Νομίζουμε πως δεν είναι καιροί για να έχουμε εμπιστοσύνη στον άνθρωπο του « οι άλλοι φταίνε για όλα » και στην όποια ομάδα μας τρώει τ’ αυτιά για να μας πείσει πως κατέχει κατ’ αποκλειστικότητα τον τρόπο για να αρθούν όλα τα αδιέξοδά μας εύκολα και γρήγορα. Ιδιαίτερα σε φάσεις σαν κι αυτές που περνάμε τώρα, όταν δημόσια βρισκόμαστε στα όρια του ανύπαρκτου και με μια θηλιά στο λαιμό, πιστεύουμε πως είναι πιο εύκολο να πάρει το πάνω χέρι ο μέσα μας άνθρωπος των σπηλαίων, ο « εγώ και οι δικοί μου νάμαστε καλά και δεν παν να γίνουν όλα τ’άλλα τσιμέντο». Και όντως γίνανε. Κι εσύ, κούκλα μας, που ξεχειλίζεις το ποτήρι και εύκολα κάνεις τους πόθους σου πραγματικότητα, πολύ θα θέλαμε να μπορούσες να μας  εγγυηθείς τα στοιχειώδη του αιώνα μας. Δηλαδή, πως η κοινωνία σαν σώμα, θα μπορέσει να προχωράει πάρα πέρα - πάρα πάνω, με τους καλύτερους δυνατούς όρους, πως εμείς θα αποφασίζουμε για το πώς θέλουμε να ζούμε τη μικρή απέραντη ζωή μας, πως η ελευθερία της αναζήτησης και της συζήτησης όλων των απόψεων θα ισχύει για όλους μας, πως αίμα δε θα χυθεί. Όμως, παρόλο που δεν είναι στις προθέσεις σου, εκτιμούμε πως αυτά σε ξεπερνούν. Κρίμα.

Γι’αυτό νομίζουμε πως είναι καλύτερα για όλους μας να προτιμήσουμε την άλλη σταγόνα, την ταπεινή, της βρύσης μας που στάζει. Ξέρετε, εκείνης που τα καταφέρνει να ξεγλιστρήσει από την ασφάλεια της ρουτίνας, από τη στενομυαλιά της συνταγής. Παρόλο, λοιπόν, το πρέσσινγκ των προβλημάτων και της ασφαλίτικης δυσπιστίας, αυτή ξεφεύγει και εστιάζει με αγάπη στις πραγματικές μας ανάγκες, εστιάζει στον περίγυρό μας, στη γειτονιά μας, στην πόλη μας. Είναι αυτή η σταγόνα που σιγά - σιγά μας συμφιλιώνει με τον αληθινό μας εαυτό αλλά και μυστηριωδώς πως μας συνδέει on line με την οικουμένη. Που μας ωθεί να δίνουμε και να ξαναδίνουμε, για να συντονιστεί η έρημη με ό,τι ζωντανό και ικανό ασφυκτιά δίπλα μας. Σχεδόν πάντα είναι αυτές οι συντονισμένες  που εφευρίσκουν λύσεις για τα προβλήματά μας, λύσεις που άλλοτε χορεύουν μπροστά στα μάτια μας κι άλλοτε τις ανασύρουν από τον αόρατο κόσμο. Και κάποιες φορές, ως εκ θαύματος, βρίσκουν  χαραμάδες, φτιάχνουν νέα  περάσματα και επιβάλλουν αυτές τις λύσεις στα αδίστακτα λόμπι εκλεγμένων που ανακυκλώνονται σε κάθε βαθμίδα του κράτους της ρεμούλας και της απίστευτης προχειρότητας. Τη θέλουμε, όμως, και μόνη της, για να μας ξεδιπλώσει τις προσωπικές της ιστορίες, τα μπλεξίματά μας, τις νίκες της. Και σκαλίζοντας νηφάλια τα συμβάντα, τα γεγονότα, να πιθανολογεί τις δαιδαλώδεις αιτίες τους. Είναι ένας τρόπος αυτός που μπορεί να μας κάνει τον κόσμο πάλι οικείο. Πράγμα που σημαίνει ότι θα είναι φερέγγυος, όταν θα μας υπόσχεται πως υπάρχει μια θέση για τον καθένα μας, με τον όρο να αποδείξουμε ότι μας αξίζει. Να την κερδίσουμε λοιπόν με το σπαθί μας αυτή τη θέση και μ’εκείνους τους τρόπους, που αρνούνται να αγιαστούν από τους στόχους τους. Αυτή η σταγόνα μας ταιριάζει, σ’ αυτήν τη σταγόνα θα δώσουμε προτεραιότητα, θα επικεντρώσουμε την προσοχή μας. Είναι αυτή που μας χαρίζει το άθραυστο της διαύγειας των επιθυμιών μας, ακόμα και όταν προσκρούουν στο γρανίτη της πραγματικότητας.

Να μην το ξεχάσουμε. Θέλουμε πολύ να ’ναι παρόν και το χιούμορ. Αυτό που τσακίζει τους μεγαλόσχημους που μας βλέπουν σαν ενοχλητικές μύγες και τους αναίσθητους της διπλανής καρέκλας που μας τυραννούν. Αυτό που μας κάνει να γελάμε γάργαρα και με την καρδιά μας. Παρών και ο αυτοσαρκασμός, γιατί δεν το ’χει σε τίποτα ο άνθρωπος να καβαλήσει το καλάμι, τα παραδείγματα γύρω μας άφθονα. Μα όλα αυτά θα προσπαθήσουμε να τα διαπερνά η θετικότητα εκείνη που γυρίζει τη μίζα και, τσαφ, ο κόσμος παίρνει πάλι μπρος. Το εύκολο, να τζογάρουμε με τα χάλια μας, θα προσπαθήσουμε να το αποφύγουμε.

Αγαπητοί μας, η κατάσταση στην χώρα μας, απ’ ό,τι φαίνεται, θα χειροτερεύει διαρκώς για τους περισσότερους από μας. Αν είμαστε ακόμα ζωντανοί, αν κάτι σκιρτά μέσα μας, ιδού μια ευκαιρία για να ξεπεράσουμε τους εαυτούς μας. Ίσως έτσι κάτι καλό στο τέλος μάς προκύψει. Ίσως βρούμε τρόπους και δεν καταλήξουμε ζόμπι, και δε γίνουμε οι αναλώσιμοι, όπως μας θέλουν οι έχοντες και οι κατέχοντες. Προφανώς και έχουμε επίγνωση πως είμαστε μια από τις άπειρες σταγόνες του ωκεανού, αλλά πού ξέρεις, ίσως, στο τέλος, μαζί με πολλές άλλες, γίνουμε αυτό το κάτι  που θα βοηθήσει την πατρίδα μας, έστω και με «πι», να ξαναρχίσει να περπατά όρθια. Φίλοι μας ξεκινάμε. Βίρα τις άγκυρες  καπετάνιε.

Σχόλια   

0 # Ρούλα Ζουπανιώτη 03-10-2011 23:36
εύχομαι σταγόνες πολλές, σταγόνες καλές και γονιμοποιητικές ! :)
Παράθεση
0 # γιάννης παππας 03-10-2011 18:33
Καλό ταξίδι!!!
Παράθεση

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: