ΔΗ.Κ.Ε.Π.Α, έχασα τη μαμά μου

 Μαμάαα, καλέ μαμάαα, που είσαι; Έχασα τη μαμά μου. Περπατούσαμε στο πεζοδρόμιο, που είναι απέναντι από την πλατεία, που τα Χριστούγεννα ήταν το παγοδρόμιο και τρεις φορές με είχε πάει ο παππούς μου και πολύ μου άρεσε. 

Και, ξαφνικά, λες και άνοιξε η γη και την κατάπιε. Τη μαμά μου.Προχώρησα κλαίγοντας προς τα πάνω, έστριψα δεξιά, κοντοστάθηκα στις βιτρίνες, και μετά είδα μια γυάλινη μεγάλη πόρτα.

Εκεί, μύρισα στον αέρα τη μαμά μου. Ησύχασα. Έσπρωξα την πόρτα και μπήκα μέσα. Σε ένα πάγκο, δεξιά, καθότανε ένας παππούς.

Μήπως, καλέ παππού, είδατε τη μαμά μου να περνάει απ’ εδώ.

Ποια είναι η μαμά σου, αγόρι μου, με ρώτησε βαριεστημένα. Μια πολύ όμορφη, με ρούχα γλυκό καφέ, χιονάτη και με κατάμαυρα μαλλιά, καλέ παππού, του είπα. Όλες, παιδί μου, που περνάνε απ’ εδώ κούκλες είναι. Τι να του εξηγώ τώρα του παππού, πως η μαμά μου δεν είναι κούκλα, αλλά είναι πολύ όμορφη; Τον άφησα και ακολούθησα τη μυρωδιά της μαμάς μου. Ανέβηκα μια σκάλα αριστερά, προχώρησα σε ένα διάδρομο πάλι αριστερά και, στρίβοντας δεξιά, βρέθηκα σε μια μεγάλη αίθουσα.

 

Κόσμος πολύς και φωνές και φώτα και κάμερες. Κάπου εδώ θα είναι η μαμά μου, είμαι σίγουρος. Κοίταξα δεξιά, αριστερά, αλλά πουθενά. Μήπως είδατε τη μαμά μου ρωτούσα, αλλά κανείς δε μου έδινε σημασία. Σα να μη με άκουγαν, είχαν φαίνεται τα δικά τους. Άνοιξα τις μέσα μου κεραίες και ένοιωσα πως ο όρθιος κόσμος μπροστά μου ήταν λες και φοβότανε κάτι. Και μαζί να παρακαλούσε για κάτι. Αλλά δεν ήτανε μια φωνή, μια γροθιά, που λέει κι η γιαγιά μου. Υπήρχαν και πράγματα που τους χώριζαν. Ξαφνικά, έγινε σιωπή και άρχισε να μιλάει, από το βάθος ψηλά, ένας άντρας. Ήτανε στρουμπουλός, σαν τον Σπίθα, αν έχετε διαβάσει εκείνες τις παλιές ιστορίες με το Παιδί Φάντασμα. Δεν καταλάβαινα γρι από αυτά που έλεγε. Όλο ρωτούσε πού πήγαν αυτά τα χιλιάδες ευρώ, και γιατί σε κάποιον δώσατε μια άλλη επιταγή με χιλιάδες ευρώ κι αυτή, κι εκείνη η επιταγή για ποια δουλειά την κόψατε με τόσα πολλά λεφτά; Κατεβατό ολόκληρο από επιταγές, με χιλιάδες ευρώ, που κάποιοι τα έδωσαν σε κάποιους άλλους, για λόγους όχι και τόσο φανερούς. Μόνο που δεν μπορούσα να δω ποιοι ήτανε αυτοί, στους οποίους έκανε αυτές τις ερωτήσεις.

 

Μετά πήρε τον λόγο ένας από αυτούς που καθόντουσαν μπροστά σε κάτι γραφεία, που ήταν γύρω γύρω στη σειρά. Αυτός με το ζόρι κρατιότανε να μη δείξει πόσο τσατισμένος ήτανε. Άρχισε και αυτός να λέει πως την Επιχείρηση τη φέρατε σε αδιέξοδο, γιατί, εδώ και ένα χρόνο, δεν καταφέρατε να στείλετε εγκαίρως ένα διετές πρόγραμμα. Όχι πρόγραμμα, όχι λεφτά! Επίσης, δεν υπάρχει απόφαση να μπουν ορκωτοί λογιστές, που όμως είναι αναγκαίοι. Εδώ, κάνω μία παρένθεση για να σας πω, πως, όποτε το θέλω έχω μία μνήμη φωτοτυπική, η οποία είναι ανεξάρτητη από το αν καταλαβαίνω ή όχι αυτά που θυμάμαι. Ο κύριος «δεν υπάρχει» συνέχισε. Δεν υπάρχει ισολογισμός του ’11 και προϋπολογισμός του ’12 για την Επιχείρηση. Δεν υπάρχει συγκρότηση του τρίτου, μέσα σε ένα χρόνο, Δ.Σ. της Επιχείρησης. Δεν υπάρχει ενημέρωση του λογιστηρίου. Δεν υπάρχει προληπτικός έλεγχος, άρα όλες οι οικονομικές πράξεις είναι παράνομες. Και άλλα και άλλα «δεν υπάρχει». Στο τέλος, ανέβασε τη φωνή του κλείνοντας με τη φράση: «για αυτούς τους λόγους, λοιπόν, κύριοι της Δημοτικής Αρχής, κύριοι και κυρίες της πλειοψηφίας, οι περισσότεροι από τους 180 εργαζόμενους στην Επιχείρηση δεν έχουν πληρωθεί, εδώ και έξι μήνες, και δε γνωρίζουνε τι θα τους ξημερώσει αύριο».  

 

Πήρε, μετά το λόγο μια άλλη κυρία, από τα γραφεία με τα μικρόφωνα, μελαχρινή με κατακόκκινα μαλλιά. Αυτή φαίνεται πως τα κόμματα και τις τελείες τις είχε ξεχάσει στο σπίτι της. Και συνέχεια μουρμούριζε, σαν να μιλούσε στον εαυτό της, τι είχε κάνει παλιά αυτή, στη Δραπετσώνα, και τι είχε πει και να ξέρετε ότι…. Αλλά, έτσι όπως μιλούσε, κανείς δεν της έδινε σημασία και όλοι οι θεατές άρχισαν να λένε τα δικά τους. Όταν, επιτέλους, τέλειωσε, πήρε το λόγο ένας τύπος, που καθότανε στο βάθος ψηλά. Καλέ, πώς μόστραρε αυτός τον εαυτό του, σαν το θείο μου τον Τάκη, που είναι ηθοποιός. Αλλά ο θείος μου το κάνει με χάρη, γιατί αυτή είναι η δουλειά του, ενώ αυτός….Αυτός, λοιπόν, άρχισε να κατηγορεί, μάλλον, όλους τους προηγούμενους ομιλητές για τα χρέη που του άφησαν – στην Επιχείρηση, εννοείται – και κάποιον κύριο Καλλικράτη, που τα έχει κάνει όλα άνω κάτω και είναι πολύ σπαγκοραμμένος, και εμείς, πάλι καλά, το παλεύουμε, σε άλλους δήμους να δείτε τι γίνεται, τις κλείνουν τις Επιχειρήσεις, αλλά εμείς θα προσπαθήσουμε να μην κλείσουμε τη δικιά μας, δίνουμε αγώνα μέρα με τη μέρα. Ένας, με μύτη και αγαπησιάρικα μάτια, που καθόντανε δίπλα μου, άρχισε να ψιθυρίζει ότι μπάχαλο τα έκανες, μεγάλε, προγράμματα δεν καταθέσατε έγκαιρα, τρεις διοικήσεις διόρισες, οι δύο μια τρύπα στο νερό και η τρίτη, μακάρι να τα καταφέρει, αλλά χλωμό μου φαίνεται. Αν συνεχίσεις έτσι μεγάλε, θα το κλείσεις το μαγαζί. Και έχετε βρει όλοι οι άχρηστοι τον Καλλικράτη σαν δικαιολογία, όμως άλλοι δήμοι πώς, κουτσά στραβά, τα φέρνουν βόλτα και έχουνε βάλει τις υποθέσεις τους σε μια καλή σειρά; Ο κύριος από τα ψηλά συνέχισε το ίδιο τροπάριο και, ξαφνικά, λέει το εξής. Λέω να σταματήσουνε τις κάμερες να γράφουνε και να μην περαστούν στα πρακτικά αυτά που θα πω τώρα για κάποιους από εσάς, που ήσασταν διοίκηση τα τελευταία χρόνια. Έπεσε μια σιωπή στην αίθουσα. Έπιασα, με τις κρυφές κεραίες μου, να έχουν μια ξαφνική ταχυπαλμία κάποιοι από αυτούς που καθόντουσαν στα συνεχόμενα γραφεία. Μία άλλη κούκλα με βαμμένα ασημένια μαλλιά, που καθόταν δίπλα στη μύτη, είπε «κοίτα, τώρα, αν δεν τους στέλνει ένα μήνυμα, να κάνουν την πάπια, γιατί ξέρει πως έχουν λερωμένη τη φωλιά τους και να τον αφήσουν ήσυχο να τη λερώσει κι αυτός, τότε για ποιο λόγο δε θέλει να γραφτούν στα πρακτικά αυτά που θα τους πει, ε;». Και, δεν ξέρω για ποιο λόγο, γύρισε και κοίταξε εμένα έντονα, λες κι εγώ ήξερα την απάντηση. Εκείνη τη στιγμή, ένας με σκουλαρίκι, που μιλούσε στο κινητό του και έφευγε βιαστικά, είπε λίγο δυνατά «ε, ρε εισαγγελέας που σας χρειάζεται!». Ο μπαμπάς μου, φώναξα εγώ. Γιατί, τα τελευταία χρόνια, πολλές φορές η μαμά μου του λέει «μη μου παριστάνεις τον εισαγγελέα, αγάπη μου, και αυτά τα θέματα θέλουν πολιτική λύση» και ο μπαμπάς μου κάθε φορά να της απαντάει «αχ, γλυκιά μου, μακριά είσαι νυχτωμένη».

 

Μετά, το λόγο τον πήρε μία Μπουμπουλίνα, η οποία έλεγε συνέχεια, λες και είχε απέναντί της τον Τούρκο, την εξής ατάκα: «ποιος είναι αυτός ο Χάνδακας, απαιτώ να μάθω τι έκανε αυτός ο Χάνδακας και του δώσατε τόσα πολλά ευρώ». Κατόπιν, το λόγο πήρε ένας κύριος από τα κάτω γραφεία, με γυαλιά και ωραίο παλτό, σαν του μπαμπά μου. Έλεγε διάφορα άσχετα, αλλά, κάποια στιγμή, μπήκε στο κυρίως θέμα. Εκεί, ξηλώνοντας και ράβοντας και κόβοντας και μπαλώνοντας, στο τέλος, παρουσίασε μία πρόταση που φαινότανε λογική. Κάποιους από την Επιχείρηση, έλεγε αυτή η πρόταση, να τους προσλάβει ο Δήμος, κάποια προγράμματα να κοπούν ή να περάσουν στο Δήμο και με οικονομίες και καλό κουμάντο θα δείτε πως ένα φωτάκι θ’ ανάψει στο βάθος του τούνελ. Και όλα αυτά μπορούν να γίνουν νόμιμα. Μέσα από όλα αυτά, πιστεύω, συνέχισε ο τύπος με το παλτό, θα αρχίσουν παράλληλα να μπαίνουν και κάποια χρήματα στο ταμείο, έτσι ώστε και σιγά σιγά, ν’ αρχίσουν να πληρώνονται και οι υπάλληλοι. Την πρόταση αυτή πολλοί έδειχναν να την παρακολουθούν με προσοχή και έκαναν λες και τη σκεφτόντουσαν. Όσο μιλούσε ο κύριος «κοινή λογική», μια ξανθούλα, από αυτές που ο μπαμπάς μου τις λέει «μπουμπού», αναψοκοκκινισμένη, έλεγε διαρκώς «αυτή η πρόταση δεν είναι της παράταξής μας, είναι δικιά του, όχι δικιά μας», και ξανά μανά τα ίδια. Είχα αρχίσει να βαριέμαι, αλλά φαίνεται πως συνέβει κάτι εκτός προγράμματος και η Μπουμπουλίνα έγινε ξαφνικά Αντιγόνη και φώναζε και κτυπιόντανε και οδυρόταν πολύ θυμωμένη. Σώου κανονικό. Εκείνη όμως τη στιγμή, μπήκε στην αίθουσα η μαμά μου και μόλις με είδε, άστραψε το πιο ωραίο χαμόγελο του κόσμου. Μες το χαμό αυτό, κανείς δεν την πρόσεξε, αλλά δε με ένοιαξε εμένα, εγώ έτρεξα και χάθηκα στην αγκαλιά της. Πού ήσουνα, καλέ μαμά; Δε μου απάντησε, αλλά με χάιδεψε στο κεφάλι και με φίλησε γλυκά. Έριξε ένα ανήσυχο βλέμμα γύρω της και, μετά, μου είπε «πάμε γρήγορα να φύγουμε απ’ εδώ, δεν είναι μέρος για παιδάκια αυτό». Ναι, καλέ μαμά, και εμένα δε μου άρεσε αυτό το έργο, πολύ βαρετό ήτανε κι όλοι κακοί ήτανε.

 

Η Επιχείρηση που αναφέρει ο μικρός είναι η ΔΗ.Κ.Ε.Π.Α. Είναι η ναυαρχίδα των δημοτικών επιχειρήσεων του Δήμου Κερατσινίου – Δραπετσώνας και τα γραφεία της στεγάζονται στο πολιτιστικό κέντρο "Αντώνης Σαμαράκης". Έχει ως αντικείμενό της τον πολιτισμό, τα γράμματα και τις τέχνες, την κοινωνική μέριμνα και τον αθλητισμό, και δουλεύει με χρηματοδοτούμενα προγράμματα. Όλο το Πανελλήνιο γνωρίζει, χρόνια τώρα, πως αυτές οι δημοτικές επιχειρήσεις, ανεξάρτητα από το έργο που μπορούν να έκαναν και να κάνουν, ήταν ο παράδεισος των πελατειακών κομμάτων και παρατάξεων. Όσα και όσους οι Δημ. Αρχές δεν μπορούσαν να περάσουν και να πράξουν -λόγω νομοθεσίας, ελέγχων και διαγωνισμών- μέσα από τους Δήμους, τα και τους προωθούσαν δια μέσου αυτών των επιχειρήσεων. Όταν οι Γερμανοί τις πάρουν κι αυτές είδηση και αρχίσουν να τις σκαλίζουν, θα κλάψουν μανούλες. Και δικές τους και δικές μας.

Το Δημοτικό Συμβούλιο, στο οποίο κατά λάθος παρευρέθηκε ο μικρός μας φίλος, πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή το απόγευμα, στις 17 Φεβρουαρίου του 2012. Το έργο είχε χάπυ έντ, αφού όλες οι παρατάξεις συμφώνησαν ότι θα εργαστούν σκληρά και για να πληρωθούν οι εργαζόμενοι και για να μην κλείσει η Επιχείρηση. Άιντε καημένοι, άντε να δούμε πότε θα τα καταφέρετε να κάνετε καλά τη δουλειά σας, μπας και κάποια στιγμή ανθίσει κάτι σ’αυτόν τον τόπο.

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 15 Απριλίου 2013 05:29