Γεια σου Όλια... καλά;

Πόσο μ’αρέσει ο Τρόπος που μ’αγαπάς, όταν με φιλάς.Στον «Παράδεισο», σε μια σκηνή του έργου, η Όλια γαλάζια, τραγουδάει σ’ένα μπαρ αυτό το γλυκό τραγουδάκι των Ολύμπιανς. Στην ατμόσφαιρα η μούρλα του Πατρινού καρναβαλιού. 

Και η Όλια να το λέει σα να θέλει να πιστέψει πάλι τα στιχάκια αυτά, λικνιζόμενη όμως στα ιαματικά κυματάκια της αφέλειας τους.

Ο τρόπος της, το πρόσωπό της, η φωνή της, όλα στην κόψη του ξυραφιού. Όπως και τα χρόνια που περνάνε και σπαράγματα ε[ιστρέφουν– δευτέρα γυμνασίου, κι απ’άκρη σ’άκρη σ’αυτή την πόλη, αυτό ήταν το τραγούδι που τραγουδούσαμε και χορεύαμε όλοι – χρόνοι στάλες της αγάπης αίματα με πορφύρωσαν και χρόνοι σαν πουλάκι να χτυπάει η καρδιά μου, όταν βρίσκομαι μες την αγκαλιά σου. Και βούρκωσα. Ίσως και για άλλους λόγους, που δε μπόρεσα να τους αποκρυπτογραφήσω. Αλλά βούρκωσα.

Η Όλια Λαζαρίδου, μια ηθοποιός που όλοι στον κύκλο της παρέας μου της βγάζουμε το καπέλο. Και για την τέχνη της και για τις επιλογές της και για τη στάση που πάντα κράτησε σε κάποιες κρίσιμες στιγμές της δημόσιας ζωής. Τη συνέντευξη αυτή την έδωσε ένα κρύο απόγευμα του φετινού Φλεβάρη. Σίγουρα ήταν το όμορφο σπίτι της, το αχνιστό τσάι, αλλά πιο πολύ ήταν οι σκέψεις της που με ζέσταναν. Ελπίζω να σας αρέσει. Νάσαι καλά Όλια. 

 


Δεν θυμάμαι κάτι από όταν ήμουνα μικρή που να φανέρωνε μία κλίση προς την ηθοποιία.
Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι ήμουν πάρα πολύ παραμυθού. Περπατούσα και, ας πούμε, περνούσα από ένα υπόγειο και έβλεπα κάτι. Και γυρνούσα σπίτι μου και το έκανα ολόκληρη ιστορία. Έφτιαχνα την ιστορία όπως μου ερχότανε και συνήθως έλεγα στους δικούς μου τραβηγμένα πράγματα, αλλά τα έλεγα πολύ πειστικά …  Όσο και να μη με πίστευαν, πάντα έβλεπα στο μάτι τους μια μικρή αμφιβολία, σα να αναρωτιόντουσαν:
λες να έχει συμβεί αυτό το τρομερό πράγμα που μας λέει το παιδί, λίγο τους έπειθα και μ’ άρεσε αυτό. Αλλά πρέπει να το είχα το θέμα. Να τα ’λεγα πειστικά. Αυτό, τίποτα άλλο με ηθοποιία και τέχνη. Εγώ, μέχρι που τέλειωσα και τη σχολή, δεν το είχα καταλάβει ότι ήθελα να γίνω ακριβώς ηθοποιός. Αλλά τελικά ήταν μοίρα. Δηλαδή με πήγε. Αυτό έγινε από μόνο του. Συνήθως τα πιο αυθεντικά πράγματα στη ζωή είναι αυτά που δεν γίνονται με δική μας προσπάθεια επιλογής. Εγώ έτσι νομίζω. Γίνονται αυτά που γίνονται, σχεδόν ερήμην μας. Κατάλαβες, δηλαδή… έτσι το νοιώθω, αλήθεια. Κάπως έτσι μου συνέβη εμένα. 



Αν υπήρξαν ηθοποιοί που με επηρέασαν στα πρώτα μου βήματα; Όχι ακριβώς, εγώ ας πούμε δεν είχα δει μικρή τους σπουδαίους, ήμουνα ούφο, δεν είχα δει ούτε την Παξινού, ούτε τον Μινωτή τότε. Η μόνη που γνώρισα, και αυτό επειδή έπαιξα μαζί της, ήταν η Λαμπέτη. Πήγα σε μια οντισιόν, με πήρανε στο «Φιλουμένα Μαρτουράνο», τότε και έπαιξα, και εντάξει, η Λαμπέτη είχε μια… ας πούμε με τις πιο μικρές κοπέλες, είχε μια τρυφερότητα γενικά. Με αγάπησε, ας πούμε, κάπως. Και είχα θαυμασμό γι’ αυτήν, αυτό είχα, δέος. Για την προσωπικότητά της, για όλα της. Όχι για το παίξιμο ακριβώς. Γι’ αυτό που ήταν. Ένα πράγμα… πολύ γοητευτική προσωπικότητα. Αλλά γενικά δεν είχα τέτοιο πράγμα εγώ, αυτό που έχω είναι… έχω δασκάλους μέσα μου. Αλλά μπορεί να είναι και από άλλα σύννεφα και μπορεί να μην τους έχω γνωρίσει ποτέ μου. Ας πούμε ο Χατζιδάκις είναι ένα τέτοιο πρόσωπο μέσα μου.
Δεν τον έχω γνωρίσει ποτέ. Αλλά μου άρεσε η στάση του στη ζωή. Είχε κάτι ελεύθερο και θαρραλέο ταυτόχρονα. Και πολύ προσωπικό. Αυτό μου άρεσε. Εγώ, και θυμάμαι πάντα το είχα αυτό, ήθελα μέσα μου ανθρώπους που μ’ αρέσανε και ας μη τους είχα γνωρίσει, να όπως ο Καβάφης, τέτοιοι διάφοροι άνθρωποι, που εγώ τους είχα διαλέξει, τους ήθελα για να δίνω σε αυτούς αναφορά. Και πάντα, για ό,τι έκανα, δεν με ενδιέφερε ο κόσμος ο πολύς, έλεγα μέσα μου: αυτό που κάνω τώρα, εάν ήταν εδώ π.χ ο Καβάφης και το έβλεπε, θα το εκτιμούσε; Και σ’ αυτούς, στα μάτια αυτών ήθελα να είναι καλό αυτό που κάνω. Αυτοί ήθελα να με εκτιμάνε. Είναι αυτό που λέει ο Καβάφης, μια και τον αναφέραμε τώρα: «Ο έπαινος του Δήμου και των σοφιστών», αυτό ήθελα. Ήμουν ψωνάρα και είμαι, με δυο λόγια. Για να το πω καλύτερα, ήθελα, όχι να είμαι δίπλα τους, απλώς να είμαι σε μια γωνίτσα αυτού του σύμπαντος που έχουν κάνει αυτοί οι άνθρωποι που θαυμάζω, σε μια γωνίτσα να χωράω… Κάπου, κάτω εκεί. Σε αυτή τη γειτονιά να μπορώ να χωράω, να μην τους είμαι τελείως ξένη. 

Γιατί μπαίνω στον κόπο και παίζω δημόσια σκηνές από ζωές κάποιων άλλων; Κοίταξε, όταν ξεκίνησε αυτό, δεν είχα ακριβώς δικιά μου ζωή. Και η ηθοποιία σου δίνει το ελεύθερο, αν θέλεις να αποκτήσεις μια ζωή μέσα από τις ζωές των άλλων που υπάρχουν στα έργα. Νομίζω ότι αυτό έκανα κι εγώ, ήταν η αρχή. Ήμουν πάντως ένα προβληματικό παιδάκι κι εγώ. Ο ψυχισμός μου, και νομίζω ότι σε πολλούς καλλιτέχνες, ηθοποιούς, ίσως το συναντάει κανείς αυτό πιο συχνά. Δηλαδή ότι έχουν ένα θέμα με το εγώ τους, που δεν είναι πολύ ενιαίο, είναι λίγο με τρύπες και έχουν ανάγκη, μια διαδικασία ίσως πιο πολύπλοκη απ’ ό,τι ένας κανονικός άνθρωπος… Εγώ πάντως αυτό το πρόβλημα, να το πούμε έτσι, το είχα. Και αυτό ήταν η αρχή. Δηλαδή ήταν πολύ ιδιοτελή τα κίνητρα, πολύ προσωπικά. Ε, και σιγά σιγά κάπως κλείνουν οι τρύπες και τακτοποιούνται τα εσωτερικά πράγματα.
Με τα χρόνια φυσικά άνοιξε ο φακός. Και άρχισαν να με ενδιαφέρουν αυτοί των οποίων τις ζωές χρησιμοποίησα και όχι πια τόσο ο εαυτός μου. Δηλαδή, όταν είχα μπαλώσει αυτό το τρύπιο οικοδόμημα και μπορούσα να σταθώ κάπου, να μην είμαι τελείως… στον αέρα, απέκτησα δηλαδή ένα κομματάκι δικό μου να πατήσω και είχα την πολυτέλεια να μπορώ να κοιτάξω και τους άλλους, άρχισαν να με ενδιαφέρουν πραγματικά και οι άλλοι. Οι ρόλοι και οι άνθρωποι. Οπότε τότε έγινε το κίνητρο πιο πλατύ και πιο βαθύ.

 Σε αυτό που είμαι και σε αυτό που θέλω να υποδυθώ, τι συμβαίνει, ε;  Ότι συμβαίνει κάτι σαν πάλη, συμβαίνει, σίγουρα. Γιατί είναι οδυνηρές οι πρόβες. Δηλαδή σου βγαίνει η ψυχή μέχρι να… Αλλά νομίζω ότι τώρα πια, σε αυτήν τη φάση που βρίσκομαι τώρα, αυτό που προσπαθώ να κάνω στις πρόβες τα τελευταία χρόνια - θα σου πω κάτι πολύ περίεργο τώρα - προσπαθώ να είμαι περισσότερο ο εαυτός μου μέσα στους ρόλους, να βάζω περισσότερα από τον εαυτό μου, αλλά πρόσεξε, βάζοντας λιγότερα. Χρειάζεται να βάζεις πραγματικά την ουσία του εαυτού σου. Την καρδιά του εαυτού σου να την ανοίγεις περισσότερο μέσα στους ρόλους, με όλα τα κρυφά της τικ-τακ, όλα, χωρίς εκπτώσεις. Εκείνο το κομμάτι μου που είναι το ίδιο, που το έχουν όλοι στο βάθος, και ο ρόλος, και συ, και οι άνθρωποι γενικά. Το να μπορείς να μπαίνεις περισσότερο και καλύτερα μέσα στην ψυχή αυτού του άλλου ανθρώπου που καλείσαι να ερμηνεύσεις. Για να μπεις όμως, δεν έχεις άλλο τρόπο παρά μόνο τη δική σου ψυχή. Οπότε αυτό προσπαθώ. Αλλά πρόσεξε, είναι άλλο ο εαυτός και άλλο τα σουσούμια του εγωισμού σου, δηλαδή αυτό που είσαι κάθε μέρα. Ο ηθοποιός με τα χρόνια αποκτά ένα οπλοστάσιο. Η πείρα του το κάνει αυτό, όπως και στον ταχυδακτυλουργό, όπως και σε άλλα επαγγέλματα. Αυτό λοιπόν το οπλοστάσιο, εξαρτάται πώς θα το χρησιμοποιήσεις. Στην Τέχνη μπορεί να το χρησιμοποιήσεις και να κλέβεις το κοινό, δηλαδή να χρησιμοποιείς πράγματα και κόλπα για να ξεγελάς τον άλλον. Αυτή είναι η δεξιοτεχνία. Καλή η δεξιοτεχνία, αλλά ο μεγάλος κίνδυνος που έχει είναι ότι επιτρέπει να περνάει λιγότερη ψυχή. Είναι η παγίδα της πείρας αυτό. Δηλαδή αποκτάς, μαθαίνεις πώς να παίζεις καλά πιάνο, αλλά η δεξιοτεχνία δεν συνεπάγεται πάντα και ψυχή, μπορεί δηλαδή να είναι κόλπο, να μαθαίνεις να παίζεις καλά, αλλά με έναν τρόπο που να είσαι εσύ ελάχιστα μέσα. Να χάνεις αυτή την αθωότητα, που είναι ότι βάζω όλον μου τον εαυτό. Δεν ξέρω αν σου απάντησα στην ερώτηση. Σου απάντησα;

Κάνουμε, ας πούμε, πρόβα, και λέω, Όλια, τώρα εντάξει, θες να πεις αυτό. Ξέρουμε, τονίζεις ωραία, έχεις ωραία φωνή, του άλλου του αρέσει η φωνή σου, κι αυτά, ε, δεν μπορείς να βρεις και κάτι πιο καινούριο;  Άστο αυτό το σίγουρο, το δοκιμασμένο, μην πας από αυτόν τον γνωστό δρόμο. Και αν δεν πας από αυτόν τον δρόμο, λέω μέσα μου, που έχει 100% επιτυχία, και βρεθείς λίγο να κινδυνεύσεις στον άγνωστο δρόμο, τι θα σου ξυπνήσει άραγε που δεν το ξέρεις ήδη; Γι’ αυτό, μη βιάζεσαι να πας στο γνωστό. Γιατί άμα βιάζεσαι να πας προς τα εκεί που είναι η σιγουράτζα, τότε, Όλια, δεν θα σου αποκαλυφθεί ίσως κάτι άλλο που δεν το ξέρεις, κάτι που γι’ αυτό τα κάνουμε όλα αυτά. Δεν τα κάνουμε και γι’ αυτό όλα αυτά; Για να μας αποκαλυφθούν και άλλα πράγματα, δικά μας και του κόσμου;  Η περιέργεια, αχ αυτή η περιέργεια.

Όχι σ'έναν ρόλο, όχι, κομματάκια σε όλους. Δεν είμαι έτσι, δεν πάω με τους ρόλους, ο ρόλος κι ο ρόλος, κι αυτά. Όχι, όχι δεν λειτουργώ καθόλου έτσι. Δηλαδή, εντάξει, υπήρξαν κάποιοι ρόλοι που με συγκίνησαν περισσότερο, αλλά κατ’ αρχήν…
- Μία προσθήκη στην ερώτηση να κάνω Όλια: που στη ζωή σου να επέδρασε, πέρα από τον ρόλο, να έγινε ένα αλισβερίσι, δηλαδή να σου έδωσε ο ρόλος.
Κοίταξε, θα σου πω κάτι, μια παράσταση στην Πάτρα, που δεν έγινε πολύ γνωστή. Έπαιζα στον «Γυάλινο κόσμο» τη Λώρα, την κοπελίτσα αυτή, αλλά νομίζω ότι ήταν η στιγμή μάλλον, ήταν μια συγκυρία, δεν ήταν ο ρόλος ακριβώς, αλλά αυτό το κοριτσάκι, νομίζω ότι κάπως με συγκίνησε αυτή η προσωπικότητα, αυτό το κοριτσάκι εκεί, που ζούσε μες τα γυάλινα. Δεν ξέρω, το ξέρεις το έργο; Κάτι μου έμαθε αυτός ο ρόλος για την ανθρώπινη φύση παραπάνω απ’ όσα ήξερα έως εκείνη τη στιγμή, κάτι μου έμαθε και για μένα. Το θυμάμαι τώρα έτσι, μια και με ρωτάς. Αυτό. Που ήταν άσχετο με το αν ήμουνα καλή καλλιτεχνικά, με το πώς ήταν η παράσταση και τέτοια. Υπήρξαν και άλλες στιγμές που επέδρασαν πάνω μου ρόλοι που ερμήνευσα, ρόλοι που με πότισαν, πέρα από την παράσταση, αλλά τώρα μου ήρθε αυτό.

Όχι. Δεν έγινε αυτό έτσι, σιγά σιγά γίνανε τα πράγματα. Αργά, αλλά συνεχώς ήταν μία πορεία, μια εξέλιξη, δηλαδή προς την αφαίρεση γενικά είναι ο στόχος μου. Αλλά είναι φυσικό, δεν είναι; Είναι όπως όταν ένα μωρό του πεις: πήγαινε και πιάσε το φλιτζάνι, θα κάνει εκατό κινήσεις, θα μπουσουλήσει, θα πάει… Δεν ξέρει ακόμη τη μία, αποτελεσματική κίνηση. Αυτό μπορεί να σου πάρει μία ζωή να το μάθεις. Και στο θέατρο το ίδιο πράγμα είναι. Γιατί, ας πούμε, θέλει πείρα, θέλει τόλμη και θέλει και ωριμότητα για να μπορέσεις να αφαιρείς. Και να μείνεις όσο πιο γυμνός γίνεται. Δεν μπορείς να το κάνεις όσο είσαι πιο μικρός. Θες να πεις πολλά, να τα πεις όλα, σημαντικά κι ασήμαντα. Είναι του αρχάριου το πιο κλασικό αυτό το πράγμα. Ότι για να πει ένα πράγμα, θέλει να τα βάλει όλα μέσα. Να τα πει με όλους τους τρόπους που μπορεί, να τα πει απ’ εδώ, να το πει απ’ εκεί. Ενώ στην άλλη άκρη, ας πούμε ο σοφός, όχι ότι εγώ είμαι, σου λέω τώρα πώς τα βλέπω, ότι μπορεί να πει μια φράση, και σε αυτήν τη φράση να περιέχεται όλη η σοφία. Οπότε η πορεία είναι από το πολύ στο λίγο, στο όλο και πιο λίγο, αλλά και πιο αληθινό. Αλλά είναι δύσκολη αυτή η πορεία. Δεν είναι εύκολο αυτό. Θέλει το χρόνο του και τη δουλειά του.

Δεν ξέρω τώρα να σου πω συγκεκριμένα, αλλά ναι, υπήρξαν σκηνοθέτες που ταιριάξαμε λίγο πιο πολύ, που με βοήθησαν με τον τρόπο τους. Εμένα εκείνο που με βοηθάει πιο πολύ, είναι ο άλλος, ο σκηνοθέτης, να έχει ακρίβεια στο τι θέλει, να μπορεί να στο λέει με ακρίβεια, και συγχρόνως να σου αφήνει και ελευθερία να πάρεις το χρόνο σου να πας προς τα εκεί που θέλεις. Φυσικά δουλεύοντας με τον δικό σου τρόπο, χωρίς να σε πιέζει. Αυτό θα έλεγα είναι κάτι που μου αρέσει να έχει ένας σκηνοθέτης. Αυτό ακριβώς.

Δεν είναι το ίδιο, άλλο είναι στο σινεμά και άλλο στο θέατρο, τελείως διαφορετικό. Στο θέατρο ευχαριστιέμαι αυτό που είναι και αυτό … που συγχρόνως με κουράζει κιόλας, η επαφή με τους ανθρώπους, αυτό το πράγμα. Και στις πρόβες φυσικά, αλλά πιο πολύ την ώρα της παράστασης. Είναι χώρος συμπυκνωμένης επαφής η παράσταση, με τους ανθρώπους, με το κοινό. Το οποίο είναι ό,τι πιο ωραίο και ό,τι πιο κουραστικό.
Στο σινεμά είναι πιο έμμεση αυτή η επαφή. Το σινεμά για τον ηθοποιό είναι πιο εργαστήριο. Κάνεις τη δουλειά σου μέσα στο εργαστήριο. Ξέρεις, δηλαδή, ότι αυτό είναι κοντινό πλάνο, μακρινό, κάνεις, ράνεις, κινείσαι, κοιτάς, φεύγεις και λες ή δεν λες κάτι… Είναι πιο εργαστηριακή δουλειά. Εμένα, ως χαρακτήρα, το άλλο, το θέατρο με συναρπάζει περισσότερο. Η άμεση επαφή με τους ανθρώπους. Που πάντα την εισπράττω. Τώρα πώς, δεν ξέρω να σου πω ακριβώς. Αλλά ναι, συμβαίνει. Πώς να στο πω, γίνεται μια ανακύκλωση ενέργειας εκείνη τη στιγμή της παράστασης… Που άλλοτε μπορεί να σε εξοντώσει, άλλοτε είναι ωραία, κι άλλοτε μπορεί να νοιώσεις κάτι που δεν το έχεις ξανανιώσει. Είναι αυτό το πολύ δυνατό πράγμα. Είναι σαν να υπάρχει ένα ζυμάρι αόρατο, που σε ενώνει με τους ανθρώπους εκείνη τη στιγμή. Είτε αρνητικά είτε θετικά, είτε υπάρχει, γιατί κάποιες φορές, ξέρεις, δεν υπάρχει καθόλου, και είναι φρικτό. Γενικά πάντα συμβαίνει κάτι έντονο εκείνη την ώρα της παράστασης, που δεν το βρίσκω κάπου αλλού. Πουθενά έτσι.

Γιατί προσπαθώ να παίζω όσο μπορώ καλύτερα;  Χμμμ. Εγώ νομίζω ότι είναι αυτό που στις πρόβες καμιά φορά, είτε έχω σκηνοθετήσει εγώ είτε παίζω, λες, δοκιμάζεις κάτι και λες, α, όχι, όχι έτσι να μη το κάνω έτσι, ας το κάνω αλλιώς, έτσι μ’ αρέσει, α, έτσι δεν είναι πιο ωραίο; Αυτό, η έννοια του ωραίου, που προσπαθείς να κάνεις κάτι όσο το δυνατόν πιο ωραίο. Αυτό είναι τόσο αόριστο απ’ την άλλη, αλλά με μία έννοια και τόσο συγκεκριμένο μέσα στην αοριστία του. Τι είναι το ωραίο; Οι αρχαίοι λέγανε ότι είναι το αρμονικό, ότι ωραίο σημαίνει κάτι που γίνεται στην ώρα του… Δηλαδή κάτι που είναι αρμονικό με την έννοια, με τη στιγμή, κάπως να αισθανθείς ότι… ε, δεν το έχεις νιώσει εσύ αυτό; Εγώ το νιώθω,.. καμιά φορά. Άστη την τέχνη. Υπάρχουν μερικές στιγμές που είσαι στη φύση και για κάποιον λόγο εκείνη τη στιγμή είναι σαν όλα να ισορροπούν. Εγώ θυμάμαι, ας πούμε, μια φορά που είχα πάει στην Πάτμο και πηγαίναμε με κάτι φίλους και βλέπαμε τα ηλιοβασιλέματα, το θυμάμαι ακόμα. Ήταν μία μέρα που έλεγα, ρε παιδί μου, τι είναι άραγε το «τώρα»; Σκεφτόμουν μόνη μου. Και είχαμε πάει σε έναν λόφο και σκαρφαλώναμε. Και ήταν εκείνη τη στιγμή σαν να μου απαντήθηκε από το υπερπέραν αυτή η ερώτηση. Διότι ήμασταν εκεί πάνω στο λοφάκι δυο τρεις φίλοι, και απ’ τη μια μεριά έβγαινε το φεγγάρι, πανσέληνος τεράστια, απ’ την άλλη την ίδια στιγμή ακριβώς έδυε κατακόκκινος ο ήλιος, και περνούσε και ένα βαπόρι κι έκανε ββββουου, σαν για να σου σημαδέψει τη στιγμή, και ήταν σαν να μου απαντήθηκε τι σημαίνει το «τώρα»… Σημαίνει μια στιγμή όπου όλα είναι αρμονικά και συμπυκνωμένα. Α, εντάξει, εκεί μου απαντήθηκε με τη θεϊκή φαντασμαγορία αυτό το πράγμα. Αλλά κάπως έτσι συμβαίνει και μέσα στη ζωή. Συμβαίνει σπανίως αυτό, αλλά σε σημαδεύει.
Κάτι τέτοιο, λοιπόν, συμβαίνει κάποιες στιγμές στο θέατρο, όταν κάτι το πετυχαίνεις, αισθάνεσαι την ομορφιά με αυτή την έννοια. Ότι δηλαδή κάπως σαν να πήζει η στιγμή, εκείνη τη στιγμή. Αισθάνεσαι ότι, ...πώς είναι το πουλί που χτυπιέται, πετάει πετάει και μετάαα… κρατάει ακίνητες τις φτερούγες του και γλιστράει στον άερα; Σαν μια τέτοια στιγμή αρμονίας. Και γι’ αυτό το παλεύεις, για να πετύχεις αυτό, το τόσο αόριστο και τόσο χειροπιαστό πράγμα ταυτόχρονα. Γι’ αυτό άραγε λέμε συνέχεια στις πρόβες, να, όχι, όχι έτσι παιδιά, όχι, παίχτο αλλιώς, α, να έτσι είναι ωραίο, για δοκίμασε το, νομίζω ότι έτσι θα είναι ωραίο. Αυτή η λέξη, το ωραίο!

Πολύ. Πάρα πολύ. Προσωπικά εγώ πάρα πολύ βαριέμαι όταν παίζω συνέχεια το ίδιο έργο. Δεν μπορώ. Δεν θέλω… Θέλω λίγο να παίζω και να πηγαίνω στο επόμενο. Είναι ο τύπος μου. Δεν είμαι από αυτούς που επιμένουν… και άντε και έναν χρόνο, μερικές φορές και δύο… Δηλαδή… με πιάνει τρέλα με κάτι τέτοιο. Θέλω, ας πούμε, δύο μήνες, τρεις και μετά... πάμε γι’ άλλα.

 

Ναι. Κοίταξε, είναι ένας κίνδυνος του επαγγέλματος αυτός, σίγουρα. Γιατί, επειδή εκτίθεσαι, υπάρχει βία στη συνθήκη που είσαι εσύ σε μια σκηνή και έρχεται ο κόσμος και σε βλέπει και σε κρίνει. Υπάρχει αόρατη βία, έντονη, και υπάρχει ο κίνδυνος γι’ αυτόν τον λόγο να θωρακιστείς πολύ.  Και με όλα τα συμπτώματα που μου είπες. Να κλειστείς πάρα πολύ στον εαυτό σου, με λίγα λόγια. Και έτσι τρέφεται η αυταρέσκεια, ο εγωκεντρισμός, όπως είπες, ως άμυνα πιο πολύ. Είναι ένας κίνδυνος του επαγγέλματος αυτός, που πρέπει να τον έχεις υπόψη σου, και πρέπει να τον μάχεσαι, αν η προσωπική σου πορεία περνά από το ότι θες να εξελιχθείς και ως άνθρωπος. Εγώ, ας πούμε, τη δουλειά αυτή την κάνω πλέον επίμονα, αισθάνομαι ότι με βοηθάει, είναι σύμμαχός μου σε αυτή την πορεία στη ζωή. Το παλεύεις. Γι’ αυτόν το λόγο που σου είπα. Πρέπει να το έχεις στο μυαλό σου αυτό το πράγμα. Συνέχεια. Γιατί μπορεί αυτή η έκθεση να σε κλείσει, να στεγνώσεις μέσα σ'αυτή την πανοπλία που φοράς για να προστατευτείς.


Ναι. Του χαρακτήρα μου είναι. Αυτό, το να είμαι στο ρόλο και μαζί αλλού. Και πού είναι αυτό το αλλού, κι εγώ δεν ξέρω. Γενικά είμαι αφηρημένη. Το ’χω και στη ζωή αυτό προφανώς. Το ’χω και στη ζωή. Μικρή όταν ήμουν, στη σχολή, πρέπει να ήμουν τόσο αφηρημένη και τόσο αλλού, που όλοι νομίζανε ότι έπαιρνα ναρκωτικά! Αλήθεια, γιατί με βλέπανε και ήμουν αφηρημένη, και το βλέμμα μου, και σου λέει, δεν μπορεί, αυτή κάτι παίρνει. Τότε το είχα αυτό το πράγμα πολύ περισσότερο. Τώρα το έχω λιγότερο, αλλά είναι ένα συστατικό του χαρακτήρα μου. Τώρα πού είναι αυτό το αλλού; Και μένα… δεν μου έχει απαντηθεί αυτό το πράγμα. Δεν ξέρω. Στο Twilight Zone, μάλλον, δεν ξέρω, δεν ξέρω….

 

- Σε έναν νέο που επιθυμεί πολύ να γίνει ηθοποιός, έχεις να του πεις μια δυο αλήθειες σου;
Θα σου πω κάτι που το είδα. Έβλεπα μια συνέντευξη του Μπέλα Ατάρ, του Ούγγρου κινηματογραφιστή που έκανε τελευταία  «Το άλογο του Τορίνο» και έλεγε κάτι το οποίο μόλις το άκουσα είπα: να αγιάσει το στόμα σου, άνθρωπέ μου, διότι συμφώνησα απόλυτα. Λέει ο Ατάρ, εγώ δεν μπορώ να διδάξω, γιατί εγώ, λέει, πιστεύω ότι το μόνο που έχει να κάνει o καλλιτέχνης, είναι να γίνει όσο το δυνατόν περισσότερο ο εαυτός του. Οπότε, λέει, πώς να διδάξεις σε κάποιον να είναι ο εαυτός του. Γίνεται, λέει, μπορείς να το κάνεις αυτό, μπορείς να τον διδάξεις; Δε γίνεται. Να τον βοηθήσεις, ναι, να κάνεις άλλα πράγματα μαζί του ναι. Αλλά αυτό, να γίνει ο εαυτός του, πώς να το μάθει από κάποιον τρίτο; Δεν μπορεί. Συμφωνώ απόλυτα σε αυτό. Είναι πολύ προσωπική η πορεία, πολύ. Αυτό μόνο, αυτό πιστεύω. Αυτή είναι η δύσκολη διαδρομή, το μεγάλο στοίχημα… Αν το θέλει ο νέος, ας προσπαθήσει να την κάνει. Να έρθεις με οποιοδήποτε τρόπο, με ό,τι κάνεις, να μπορείς να έρθεις όσο το δυνατόν περισσότερο πιο κοντά στον εαυτό σου. Με τη δουλειά σου, με τις σκέψεις σου, να τον βγάλεις. Μήπως Όλια, α
υτόν που πλάθουμε και δε μας αφήνει σε ησυχία; Ναι, κάτι τέτοιο, αυτόν λοιπόν, να τον πλησιάζεις σε απόσταση αναπνοής. Αυτόν.  

 Η αγάπη ναι. Κατά τη γνώμη μου. Ο έρωτας όχι. Η αγάπη δηλαδή μπορεί να τα βάλει με τους ρόλους που παίζουμε στη ζωή μας, όχι όμως ο έρωτας. Και στο έργο μου «Το κορίτσι μπαταρία», που πιο πολύ ήταν αυτοβιογραφικό, αυτό ήθελα να πω. Αν και οι άντρες στο έργο πιο πολύ ήταν ρόλοι παρά παίχτες της ζωής με τα όλα τους, όπως είπες. Αυτό τώρα έβγαλε τους άντρες κρυμμένους μέσα σε ρόλους, γιατί μιλάω για κάτι που έγινε πολύ παλιά. Μιλάω για μια αίσθηση που δεν τα έχει όλα όσα γίνανε, επειδή είναι μνήμη παλιά. Και η μνήμη το έχει αυτό το πράγμα. Δηλαδή μένουν κάποια χαρακτηριστικά, ας πούμε, γι’ αυτό ίσως υπήρχε αυτό που λες, που είναι σαν ρόλοι. Τότε που το ζούσα δεν ήτανε σαν ρόλοι. Δεν θα μπορούσα να το γράψω έτσι, αν ήταν για κάτι λιγότερο παλιό. Ο έρωτας, όχι. Γιατί εγώ πιστεύω ότι ο έρωτας είναι μια θεϊκή απάτη. Μετά αρχίζεις και βλέπεις τον άλλον όπως είναι, αφού φύγει ο έρωτας. Εγώ έτσι πιστεύω. Αυτό που σου ’λεγα πριν, για τη στιγμή, τη θεϊκή φαντασμαγορία; Αυτό είναι ο έρωτας.

 

Δεν το ξέρω αυτό που με ρωτάς για την ομορφιά, δεν ξέρω τι να σου απαντήσω, γιατί δεν το είχα ποτέ. Γενικά πάντως ο ηθοποιός, καλό είναι να μην έχει κανένα συγκεκριμένο σχήμα. Για μένα, ο ιδανικός ηθοποιός, επειδή ο ηθοποιός είναι «κλέφτης» ψυχών, τρυπώνει, νομίζω ότι πρέπει στη ζωή να μπορεί να περνάει και απαρατήρητος. Να μην έχει ακριβώς σχήμα. Να μπορεί να χώνεται, ώστε να διαλύεται μέσα στα σχήματα των ρόλων. Άμα είναι πολύ κόμπακτ είναι κακό, πιστεύω. Γιατί τότε βλέπεις τον ηθοποιό και όχι την ψυχή. Η ψυχή δεν έχει ακριβώς σχήμα. Πρέπει να είναι λίγο υδραργυρικός δηλαδή ο ηθοποιός, νομίζω… Για μένα.
 
- Ας το πω έτσι. Η Όλια ως ηθοποιός τι; Και η Όλια στην καθημερινότητά της, πώς;
Με δύο λόγια θα σου πω. Όχι τέχνη. Δεν ξέρω αν η τέχνη μπορεί να παίξει αυτή την εποχή, να προσφέρει κάτι καλό, στα προβλήματα των ανθρώπων της χώρας μας. Τώρα, εδώ, δεν ξέρω. Γιατί τώρα αρχίζουμε να μπαίνουμε ακριβώς στην καρδιά της κρίσης, οπότε δεν ξέρω. Το μόνο που ξέρω σίγουρα και είμαι βέβαιη γι’ αυτό είναι ότι πρέπει κανείς να φροντίσει να έχει περίσσευμα ως άνθρωπος. Γιατί δεν μπορείς να δώσεις σε κανέναν τίποτα απ’ το υστέρημά σου. Γιατί τότε είσαι ψεύτης. Άμα δίνεις απ’ το υστέρημα, πιστεύω πως είσαι ψεύτης. Πρέπει να έχεις περίσσευμα και να δίνεις… όχι υλικό περίσσευμα, δεν εννοώ αυτό. Ψυχικό, και από το περίσσευμα αυτό να δίνεις. Γιατί αλλιώς αρχίζουν και μπαίνουν άλλα πράγματα στη μέση. Και τα κίνητρά σου δεν είναι πια αθώα. Ξέρεις, ψεύτικη φιλανθρωπία, ψυχαναγκασμός, ή ότι πρέπει να δώσω… ή να γεμίσεις κάποιο κενό δικό σου ή κάτι άλλο και τότε μπερδεύεται το πράγμα όλο και πιο πολύ… Οι μόνες φορές που έχω αισθανθεί ότι έχω προσφέρει αληθινά, χωρίς ιδιοτέλεια καμία, ήταν από αυτό, από το περίσσευμα, από τη συγκίνηση της καρδιάς μου. Δεν ξέρω πώς να στο πω. Αυτό το πράγμα, αυτό μόνο. Για να μοιραστώ και να… όχι να βοηθήσω… Σαν να πήγαινε μόνο του. Δηλαδή ζητούσε ένα κάτι, έναν άνθρωπο, μια υπόθεση, για να δοθεί χάρισμα.
Εάν είσαι κάτω, εννοώ σε κατάθλιψη, τι να βοηθήσεις, ποιον, δεν γίνεται. Πώς θα βοηθήσεις, πες μου, τότε μόνο τον εαυτό σου πρέπει να βοηθήσεις και όχι να προσπαθείς να σώσεις άλλους. 
Τώρα, από κει και πέρα, πέραν αυτού, αυτό είναι το θεωρητικό κομμάτι. Πρακτικά θα πω κάτι το οποίο, εντάξει, είναι κοινότυπο, αλλά δεν είναι στην πραγματικότητα, ότι μόνο η αλληλεγγύη είναι το φάρμακο σε αυτά τα βαριά και δύσκολα πράγματα που έρχονται. Μόνο η αλληλεγγύη. Δηλαδή το να στηρίξει ο ένας τον άλλο, τους άλλους. Εγώ δεν βλέπω κάτι άλλο. Ούτε που να υπάρχει, ούτε να μπορώ να κάνω.

Πώς να στο πω που να μη φανεί σκέτα λόγια του αέρα; Το αισιόδοξο είναι ότι στη φύση του ανθρώπου είναι ότι η ψυχή μπορεί να βγάλει τα καλύτερά της μόνο όταν τεντώνεται και πιάνει πάτο και ζορίζεται πραγματικά. Όχι σίγουρα πάντως. Κάποιες φορές, υπάρχει περίπτωση να βγάλει στα δύσκολα και κάτι καλό, αληθινό. Γιατί έχω παρατηρήσει ότι σε εποχές ψεύτικης ευημερίας και γενικώς χαλάρωσης, καναπεδάτες εποχές, γενικά η ψυχή των ανθρώπων κοιμάται, και ο οίστρος και η αγωνιστικότητα, αυτά τα ωραία πράγματα, είναι όλα σε μία ύπνωση… Στα ζόρια είναι που υπάρχει περίπτωση να ξυπνήσει η ψυχή και να υπερβεί τον εαυτό της και να κάνει κάτι πιο ενδιαφέρον από το να κοιμάται. Οπότε, σε αυτό εγώ ελπίζω, από το ζόρι και από τον πάτο μήπως ξεπηδήσει κάτι καινούργιο.
Αλήθεια σου λέω, εγώ δεν νιώθω να έρχεται κάτι αισιόδοξο αυτήν τη στιγμή. Προς το παρόν βλέπω γύρω μου αυτό που νομίζω βλέπουμε όλοι. Δηλαδή την απόλυτη παράδοση στο χάος. Και πτώση. Αλλά, λέω, μήπως απ’ αυτό ξεπηδήσει κάτι άλλο. Όμως όχι, αυτήν τη στιγμή δε βλέπω να ξεπηδάει το δυνατό άλλο. Όμως εσύ τι λες, δεν εξαρτάται κι από εμάς;

Κοίταξε, κι εγώ πάω καμιά φορά σε διαδηλώσεις, γιατί πιο πολύ θέλω να δηλώσω ένα «παρών». Αυτό και μέχρι εκεί. Με κινητοποιεί  καμιά φορά αυτό το «πρέπει», με αυτή την έννοια πάω. Ότι πρέπει να είσαι παρών στο τι συμβαίνει, να βοηθάς αυτό που κινδυνεύει. Αλλά δεν έχω πολλή εμπιστοσύνη στο αίσθημα που υπάρχει στις διαδηλώσεις, στο αν μπορούν αυτές δηλαδή οι συγκεκριμένες να σπρώξουν τα πράγματα κάπου αλλού, κάπου πιο πέρα. Με συγκινεί όμως αυτό, που καμιά φορά φωνάζουμε όλοι μαζί, αλλά ξέρουμε, ξέρω, ότι είναι πολύ πρόσκαιρο και πολύ αδύναμο.

Πήγαινα στους Αγανακτισμένους στο Σύνταγμα. Είχα πάει πολλές φορές. Αλλά δεν συνέβη κάτι τελικά.Πραγματικά πήγαινα και ήμουν ανοιχτή, αλλά όμως ταυτόχρονα, απ’ την πρώτη φορά που πήγα, είπα μέσα μου, να δεις, Όλια, που αυτό το ωραίο σαν ουτοπία, δεν θα οδηγήσει κάπου. Το ένιωθα ταυτόχρονα, κάτι στον αέρα, και τελικά τίποτα… Βέβαια, απ’ την άλλη το ότι έγινε αυτό, έστω και ως εμπειρία να πω, ως στάδιο… δεν ξέρω. Υπάρχει ένα φοβερό διήγημα του Κλάιστ, που λέγεται «Ο σεισμός στη Χιλή», που μιλάει γι’ αυτό το πράγμα. Ότι σε ένα χωριό πάρα πολύ συντηρητικό, είναι ένα ζευγάρι παράνομο και όλοι θέλουν να το λιθοβολήσουν. Και γίνεται ένας μεγάλος σεισμός. Και αυτοί οι δύο βοηθάνε όλο το χωριό, σώζουν ανθρώπους από το σεισμό και ξαφνικά μεταβάλλονται σε ήρωες, αρχίζουν να τους ζητωκραυγάζουν να τους θαυμάζουν. Μόλις όμως περνάει ο φόβος για τον σεισμό, σιγά σιγά ξαναέρχονται τα πράγματα ακριβώς εκεί που ήταν πριν. Το υπέροχο είναι σαν για μια στιγμή να ανοίγει ένα παράθυρο και να βλέπεις, να το βλέπουν όλοι, πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς τα πράγματα και η ανθρώπινη φύση, η καλοσύνη, η ζωή στις ομορφιές της, όλοι στα πάνω τους. Μέρες όπου όλα είναι δυνατόν να συμβούν προς το καλύτερο και να λάμψουν. Έλα όμως  που σιγά σιγά, τσουπ, ξανακλείνει το παράθυρο και όλα γίνονται όπως πριν. Και αυτό υπάρχει πάρα πολύ μέσα στη ζωή. Ναι, τη βάψαμε, αλλά καλό είναι να ξέρεις ότι αυτό το στένεμα είναι πολύ της ζωής. Να το πεις σε ένα παιδί; Α, όχι. Το παιδί δεν χρειάζεται να το ξέρει αυτό. Δεν χρειάζεται, θα το μάθει μετά, μόνο του. Το δικό μας παιδί, αυτό μέσα μας, αυτό είναι που μας λέει  « μπορεί να είναι κι αλλιώς τα πράγματα, να χωράμε όλοι όταν μοιραζόμαστε, παρά όταν μαζεύουμε». Εγώ το έχω αυτό το παιδί μέσα μου που μου το λέει και αυτό, απλώς ακούω και το άλλο, τον μεγάλο, που έχει μάθει, ξέρω πως γρήγορα κλείνει το παράθυρο. Και τα δύο είναι απαραίτητα, γιατί αλλιώς γίνεσαι μόνο ένας «τίποτα δε μπορεί να γίνει» ή χαζοχαρούμενος. Δεν είναι ωραίο να έχεις παιδισμό, είναι ωραίο να έχεις παιδικότητα, άλλο το ένα, άλλο το άλλο.

Αχ, αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα. Δεν βλέπω τίποτα καλύτερο να μπορεί να έρθει από αυτές τις εκλογές. Να μπορούσε να έρθει κάποιος… Να ’ρθει ο Σούπερμαν ας πούμε, κάποιος που δεν ξέρουμε, πετώντας, ένα άλλο πρόσωπο, ένας άλλος αέρας, μια άλλη αλήθεια, καμία σχέση με τα γνωστά και τα τόσο άσχημα, και να μας δώσει αυτός ο ιπτάμενος τη λύση. Διότι εγώ απ’ αυτό το σκηνικό δεν βλέπω καμία λύση. Από όλα τα κόμματα, από παντού. Τους σιχαίνομαι όλους το ίδιο. Αυτό είναι το πρόβλημα. Άκου με που σου λέω, μόνο αν έρθει ο Σούπερμαν, πετώντας ψηλά στο γαλάζιο ουρανό, με κείνη την κόκκινη μπέρτα του ν’ ανεμίζει ωραία...

 

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013 11:36

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: