Κερδίσαμε 1-0, προκριθήκαμε(;), αλλά...

 

Ξανακέρδισε  χθες ο Ολυμπιακός τη Ρούμπιν Καζάν στο ναό, με 1-0 πάλι. Κι έτσι προκρίθηκε πανηγυρικά στους 16 του Ευρωπαϊκού κυπέλου.

Όμως λίγο χάρηκα. Ίσως λόγω που μεγάλωσα και αυτά τα υπέροχα παραμυθιάσματα δε με πιάνουν όπως παλιά.

Όπως, σίγουρα πρέπει να παίζει ρόλο, που χρόνια τώρα δε συχνάζω πια στα γήπεδα. Εκεί όπου στην εξέδρα παύεις νάσαι μια σταγόνα, ένα τίποτα και γίνεσαι ένα με τον ωκεανό και με τα πανύψηλα κύματά του.

Άλλη ταραχή κι αυτή, ανεπανάληπτη. Όμως χθες, λίγο χάρηκα με τη νίκη. Όχι ότι άλλαξα ομάδα. Ξέρω πολλούς που αλλάζουν κόμμα και πιστεύω. Ή δουλειά, σπίτι και φίλους. Που αλλάζουν γυναίκα, στυλ ή πατρίδα. Που γενικά αλλάζουν πράγματα στη ζωή τους. Αλλά δεν ξέρω κανένα να έχει αλλάξει ομάδα. Να έχει απομακρυνθεί απ’αυτήν, ναι.

Όπως εγώ, τώρα. Εγώ, που από μικρός ήμουνα γαύρος. Λες και με είχε βαφτίσει η γειτονιά. Έ και λίγο ΑΕΚ, αφού και τα δυο σόγια μου Μικρασιάτες ήτανε. Αλλά βασικά, θρύλος. Και έπαιζα πολύ μπάλα. Που με έχανες που με εύρισκες, στους δρόμους και στις αλάνες της παλιάς Δραπετσώνας ( έτσι έμαθα από μικρός όλη τη γύρω περιοχή) έτρεχα τρελαμένος. Τι παιχνίδι κι αυτό; Θεϊκό! Τι λύπες και χαρές, τι άγριοι τσακωμοί  αλλά και τι υπέροχες συμφιλιώσεις. Αχ και τι όνειρα! Και προπάντων τι αξέχαστες παρέες. Με τον Ψυχογιό ( αριστεροδέξιος αυτός, σπάνια περίπτωση για μας ) τον Ψιμούλη, με τις δυνατές του κεφαλιές, ή τον Σαπαλίδη τον μαχητή. Ξεχνιέται ο Γάιδαρος, ο χοντρός ο Νίκος, εγγύηση στην άμυνα, οι Κυνηγόπουλοι, η δυνατή τριπλέρ Ντίνα, το ομορφόπαιδο ο Καρύτσας, ο φεγγαροπρόσωπος Μπαϊραμπάς, ο Βάγιας λίγο αργότερα και άλλοι πολλοί, που μπορεί να με θυμάμαι τώρα τα ονόματά τους και τα πρόσωπά τους, αλλά θυμάμαι την τρίπλα τους, την πάσα τους, θυμάμαι τα γκολ τους, τις έξοχες αποκρούσεις τους και τις αγκαλιές μας. Ήμασταν όλοι, λες και μόλις το είχαμε σκάσει από τη μικρή μας κόλαση και είχαμε βρει στις αλάνες και στο τόπι τον παράδεισό μας. Τυχεροί δηλαδή. Ακόμα και σήμερα αισθάνομαι κάποιες φορές ότι, αναπνέω τον αέρα ελευθερίας που φυσούσε σ' εκείνες τις αλάνες. Τυχερός δηλαδή.

Έπρεπε να ήσασταν από μια μεριά και να βλέπατε πως τρέχαμε από όλες τις γειτονιές, όταν έπεφτε σύρμα ότι σε κάποια λέσχη στη Δραπετσώνα, εμφανίστηκε ο Σιδέρης, ο Γιούτσος, ή ο Δεληκάρης με το κατακόκκινο αστραφτερό καμπριολέ του. Τότε ήταν που πιάναμε σύμπαν κανονικά. Εκείνη τη μέρα ο Θεός μας είχε θυμηθεί και μας είχε κάνει ένα δώρο.

Τα χρόνια πέρασαν και σιγά σιγά άλλα πράγματα κυνηγούσα. Αλλά τον Ολυμπιακό πάντα κάπου δίπλα μου τον είχα. Ήξερα πάντα τι κάνει και τι ράνει. Και στην οθόνη που τον έβλεπα, πολλές φορές ένοιωθα σα να βοηθούσα κι εγώ σ’εκείνες τις θέσεις που υστερούσε.

Ώσπου τα τελευταία δέκα, δεκαπέντε χρόνια, άρχισα σιγά σιγά να ντρέπομαι που ήμουνα Ολυμπιακός. Μια έντονη δυσωδία έβγαζαν τα πιο πολλά από τα πρωταθλήματά του. Οι υποψίες πως ήταν πέτσινα, για μένα ήταν και είναι βάσιμες. Πώς να χαρείς με νίκες που βγάζανε μάτι ότι δεν ήταν καθαρές; Εντάξει, η νίκη είναι το πρώτο που έχουμε μέσα μας όλοι οι οπαδοί, αλλά εγώ φτιάχνομαι και άμα η νίκη είναι καθαρή και προπάντων όταν έρχεται από μια ομάδα που πετάει - έτσι είμαι. Αυτά όμως, όλοι πια το ξέρουμε κι ας μην το ομολογούμε δημόσια, τη δεκαετία του 2000, δεν υπήρχαν. Τις περισσότερες φορές δεν υπήρχαν.Τουναντίον Να, λοιπόν, που με τα χρόνια έμαθα πως και το βρώμικο κόλπο με έπαθλο τη νίκη και τα κύπελα, μπορεί να σε απομακρύνει συναισθηματικά από τα παιδικά σου παιχνίδια. Εμένα τουλάχιστον. Δεν ξέρω για σας.

Και τώρα με τη Ρούμπιν τι να συνέβη άραγε; Αυτό που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια, το λένε πολλοί. Μικροί βαμμένοι και μεγάλοι κουλ. Φανατικοί της εξέδρας και οπαδοί του καναπέ, όπως εγώ. Η ερυθρόλευκη αυτή ομάδα, σίγουρα είναι ο Ολυμπιακός. Αλλά όχι της καρδιάς μας. Στη μορφή μόνο, όχι στο περιεχόμενο, που θα έλεγε και ο τεχνοκριτικός. Κι αυτό γιατί ελάχιστοι Έλληνες παίζουν στην ομάδα. Με ποιον να ταυτιστείς; Πώς να λατρέψεις κάποιον που δε μιλάει τη γλώσσα σου, που δεν αντλεί από την ιστορία σου, που δε ξεπήδησε από τις ακαδημίες της ομάδα σου, που τα τσαλίμια του δε σου θυμίζουν κάτι; Εδώ, κάθε χρόνο, περνάνε μήνες μέχρι να μάθουμε τα ονόματα των νέων ξένων, μέχρι να ταυτίζουμε όνομα με μούρη και μούρη με στυλ.

Μια λεγεώνα ξένων είναι αυτή η ομάδα, που φοράει τη φανέλα του Ολυμπιακού. Μπορεί  φυσικά να μένεις με το στόμα ανοιχτό βλέποντας τις διάφορες Ατζολίνες του κόσμου και να φαντασιώνεσαι διάφορα αμαρτωλά, αλλά αυτήν που θα αγαπήσεις, δε θα είναι πιο "δώστα όλα", αν έχει αναπνεύσει την ανάσα σου, αν έχεις περπατήσει τους δρόμους από όπου πέρασε κι αυτή; Δε γίνεται αλλιώς παιδιά και το ξέρουμε όλοι. Αυτοί που παίζουν στο Καραϊσκάκη και στα γήπεδα του κόσμου, δεν είναι δικά μας παιδιά και γι’αυτό νομίζω πως οι λύπες και οι χαρές μας δεν είναι μεγάλες. Καιρός των μισθοφόρων, εποχή του χλιαρού.   

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013 11:36

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: