ΦΑΝΗΣ ΚΑΙ ΣΤΕΛΛΑ

Κινηματογράφο είδα για πρώτη μου φορά τον χειμώνα του 1945.

Εφτάμιση χρόνων, με πήγε ο πατέρας μου να δούμε μια ρώσικη πολεμική ταινία, «Το ουράνιο τόξο».

Όταν έσβησαν τα φώτα και άρχισε η προβολή της ταινίας λίγο λίγο ένιωθα πως βλέπω όνειρο με ανοιχτά τα μάτια.


Λίγο η κατασκότεινη αίθουσα, λίγο η φωτισμένη οθόνη με την εικόνα των δύο διαστάσεων, βάλε και ότι η ταινία ήταν ασπρόμαυρη, όλα συνέβαλαν ώστε να δημιουργηθούν συνθήκες ονείρου. Από τα λίγα που θυμάμαι για την ταινία ήταν τα πάρα πολλά χιόνια, οι πάρα πολλοί βαριά ντυμένοι στρατιώτες και ένα τεράστιο τρένο που κάποια στιγμή πρόβαλε από το βάθος της οθόνης κι ερχόταν ολοταχώς κατά πάνω μου. Από την τρομάρα μου έσκυψα και χώθηκα κάτω από το κάθισμα μη με πατήσει. «Μη φοβάσαι», μου ψιθύρισε ο πατέρας μου, χαμογελώντας, «είναι ψεύτικο».Πέρασε κάμποσος καιρός και μετά από πέντε έξι ταινίες συνήθισα και δε φοβόμουν πια τα άλογα, τις τούρτες, τα αυτοκίνητα και ό,τι ερχόταν κατά πάνω μου. Όμως οι απορίες περί ψεύτικου και αληθινού, περί φαντασίας και πραγματικότητας είχαν εισχωρήσει νωρίς νωρίς στο κεφάλι μου.

Δέκα χρόνια μετά το «Ουράνιο τόξο», νεαρός πια, είδα μια ταινία που με αναστάτωσε, μου κλόνισε τους κανόνες ηθικής και καλής συμπεριφοράς, που από μικρό μου είχαν «φορέσει» σιγά σιγά οι τρεις εξουσίες , Γονείς, Παπάδες, Δάσκαλοι, χαρίζοντάς μου και όλη τους τη χριστιανική αγάπη: για το σώμα μου, το ξύλο που βγήκε από τον Παράδεισο και για την ψυχή μου, ενημέρωση για το μέγεθος των καζανιών της Κολάσεως και την πίσσα που κοχλάζει μέσα τους καυτή καυτή. Μια χριστιανική αγάπη και ένα εθνικό φρόνημα που πάντα κάτι άλλο θέλουν από μένα. Από τη ψήφο μου έως την υποταγή μου. Ενα διεστραμμένο αλισβερίσι δηλαδή, που αυτό που το χαρακτηρίζει πιο πολύ απ'όλα είναι η υποκρισία.

Η ταινία ήταν η γνωστή «Στέλλα», του Μιχ. Κακογιάννη. Από την αρχή της προβολής η ηρωίδα, η Στέλλα, με κατάκτησε. Μπήκε στην καρδιά μου. Ό,τι λέει, ό,τι κάνει και το πώς αντιμετωπίζει τη ζωή, τον έρωτα και τις ανθρώπινες σχέσεις είναι όλα αυθεντικά και με συγκινούν σε σημείο που μούρχεται να χειροκροτήσω, να φωνάξω Ζήτω!
Στο τέλος της ταινίας η Στέλλα πλήρωσε με τη ζωή της το πείσμα της να ζήσει όπως ήθελε, υπακούοντας πιο πολύ στις προσταγές του ενστίκτου της παρά στα χρηστά ήθη της εποχής και στο «έτσι τα βρήκαμε» του κόσμου. Η προβολή τελείωσε, η οθόνη έδειξε ΤΕΛΟΣ, τα φώτα ανάψανε κι εγώ φεύγω για το σπίτι. 
Στο δρόμο ξαφνικά συνέρχομαι, ξυπνάω σαν από όνειρο. Τι έγινε, τι έπαθα, τι ήταν αυτή η γυναίκα; Αν η Στέλλα έμενε στη γειτονιά μου, άντρες, γυναίκες, νέοι, γέροι και εγώ μαζί, θα την αποφεύγαμε όπως ο διάολος το λιβάνι. Ούτε καλημέρα δεν θα της λέγαμε. Ζάχαρη για τον καφέ της να μας ζήταγε θα της κλείναμε την πόρτα κατάμουτρα. Θα συμβουλεύαμε τα κορίτσια της γειτονιάς να μένουν μακριά της. Όλοι θα είχαμε να κουτσομπολέψουμε κάτι για τα φερσίματα και την ηθική της, με αρκετή διάθεση υπερβολής και κάποια δόση κακίας. Έφτασα στο σπίτι σιωπηλός. Βρισκόμουν σε σύγχυση. Τρικυμία εν κρανίω δεκαεφτάχρονου . Τι ήμουν τελικά; Δύο Φάνηδες ήμουν; Δισυπόστατος ήμουν; Και ποιος από τους δύο ήταν ο αληθινός; Ο Φάνης θεατής του σινεμά ή ο καθημερινός Φάνης της γειτονιάς;

Ώρες ατέλειωτες συζητάμε μέχρι και σήμερα με τους φίλους μου μέσα σε καταξιωμένους χώρους του πνεύματος και της τέχνης, όπως μπακαλοταβέρνες και κουτούκια για να δώσουμε μια ολοκληρωμένη απάντηση στο φλέγον ζήτημα. Μέχρι σήμερα δεν έχουμε καταφέρει να συμφωνήσουμε. Οι απόψεις πολλές, οι διαφωνίες άλλες τόσες και το θέμα πολύ δύσκολο. Καθείς με τις απόψεις του και εγώ με τις δικές μου και θέλω να τις πω. Και αν ακουστούν αλλόκοτες, και αν ακουστούν προκλητικές έως σεισμογενείς, αν ακουστούν συνηθισμένες ή αστείες, εγώ είμαι εδώ έτοιμος να υποστώ τις συνέπειες του θράσους μου, δεχόμενος καρτερικά τις επιθέσεις ή τον αντίλογο των εκπλησσόμενων. Πιστεύω, λοιπόν, ότι ο Φάνης δεν είμαι «δύο», είμαι «ένας», που ζω όμως σε δύο κόσμους: στον κόσμο της πραγματικότητας και στον κόσμο της φαντασίας και του ονείρου. Αληθινός και ο ένας, αληθινός και ο άλλος. Τον περισσότερο χρόνο μου τον τρώει η πραγματικότητα, αυτό που λέμε ζωή των κοινωνικών αναγκών μας. Στον κόσμο της φαντασίας πετάγομαι όποτε βρω τον χρόνο και τις ευκαιρίες ή όταν τα «γιατί ρε γαμώτο» της ζωής πολλαίνουνε και πάνε να με πνίξουν.

Ο κόσμος της φαντασίας υπάρχει, επειδή δεν μας ικανοποιεί, δεν μας αγαπάει η πραγματικότητα. Να το πω πιο απλά. Να το πω κυνικά: εάν ο κόσμος της πραγματικότητας δεν ήταν τόσο άχαρος, τόσο πολύ ανυπόφορος, δεν θα είχα, δεν θα είχαμε νομίζω ανάγκη ούτε τα παραμύθια, ούτε τη μουσική, ούτε το θέατρο, ούτε τα τραγούδια, ούτε την εκκλησία, ούτε τον κινηματογράφο. Δεν θα είχαμε ανάγκη την τέχνη γενικά. Ας ξανάρθω όμως στον κινηματογράφο, το, κατά τη γνώμη μου, ισχυρότερο και ασφαλέστερο μαζί με τη μουσική, συγκινησιογόνο ανθρώπινο καταφύγιο. Σινεμά πάω γιατί έχω την ανάγκη να υπνωτίζομαι οικειοθελώς, κατά την προβολή της ταινίας και να συγκινούμαι με τα ψεύτικα και σκηνοθετημένα της οθόνης, ζώντας τα ως αληθινά. Σινεμά πάω με την ελπίδα να δω ένα φίλμ που θα μου δείχνει τον κόσμο όχι όπως είναι, αλλά όπως θα τον ήθελα να είναι. Και μπορώ να πω πως είμαι τυχερός, γιατί όλα αυτά τα χρόνια, πολλές φορές έχω μαγευτεί από ταινίες που μου δείχνουν τον κόσμο της άοκνης φαντασίας μου. Σινεμά πάω για να πρωταγωνιστήσω σε ένα όνειρο προκαθορισμένης διάρκειας, αφήνοντας τους κανόνες της ηθικής και την καλή μου αγωγή στην είσοδο του σινεμά. Μπαίνω μέσα γυμνός, χωρίς δούναι και λαβείν, χωρίς κέρδη και ζημίες. Σινεμά πάω για να δω τα αυτοτελή «όνειρα γλυκά», που μας εύχονται οι φίλοι όταν πάμε για ύπνο και αντί για όνειρα γλυκά, τουλάχιστον εγώ, μια ζωή βλέπω εφιάλτες. Βλέπω αβυσσαλέους γκρεμούς που πέφτω μέσα με το κεφάλι κάτω και τα πόδια πάνω, που τα κουνάω σαν να κολυμπάω και πέφτω και πέφτω και τελειωμό δεν έχει. Βλέπω ξεδοντιάρηδες μαχαιροβγάλτες να με κυνηγάνε ιδρωμένοι και όλο να με πλησιάζουν, και ένα «ΒΟΗΘΕΙΑ» κολλημένο μέσα στο λαρύγγι μου που προσπαθώ να το φωνάξω και όσο περισσότερο προσπαθώ τόσο πιο πολύ κολλάει και δεν βγαίνει με τίποτα το γαμημένο!

Σινεμά, λοιπόν! Του χρωστάω άπειρες συγκινήσεις. Του χρωστάω δάκρυα λυτρωτικά και γέλια μέχρι δακρύων. Πιστός του σινεμά, μέχρι τέλους, γιατί με έμπασε στον κόσμο του χωρίς να μου ζητήσει τίποτα. Ούτε σπουδές, ούτε οικονομική άνεση, ούτε ειδικές γνώσεις ούτε επιτυχημένη διαδρομή ούτε κατάλληλο ένδυμα ούτε τίποτα. Μόνο να μη μιλάω συνέχεια με του διπλανούς και να μην τρώω θορυβωδώς ηλιόσπορους, πατατάκια και ποπκόρν μου ζήτησε. Ο κινηματογράφος παραμένει διαβολικά επιθυμητός σαν τις γλυκές κοπάνες των σχολικών μας χρόνων. Είναι μια εκτίναξη στο Άπειρο του νου και τ’ ουρανού. Ένα διάλειμμα επιλεγμένου ονείρου που αρχίζει όταν σβήνουν τα φώτα της αίθουσας και τελειώνει μόλις στην οθόνη πέσει το ΤΕΛΟΣ. Αυτά τα μικρά διαλείμματα μοναχικού μαζί με τους πολλούς, ξεγυμνώματος της ψυχής μας, θα τα ποθούμε εσαεί. Χωρίς αυτές τις κοπάνες στον θαυμαστό κόσμο της φαντασίας, η ζωή θα μοιάζει με μοιρολατρική αναμονή του τέλους μας. Άντε να τα τινάξουμε, να ξεμπερδεύουμε, δηλαδή. Γι’ αυτό λοιπόν, ευλαβικά παρακαλώ τους κινηματογράφους απανταχού της Γης, να κάνουν δεκτή μια αργοπορημένη πρότασή μου: στην πρόσοψη του κάθε σινεμά και δίπλα στο όνομά του («Δώρα», Παλλάς», «Αλκαζάρ» κ.λπ.) να τοποθετήσουν ευμεγέθη, καλογραμμένη και καλοφωτισμένη ταμπέλα που θα γράφει: Dreams to let.
Και τώρα… σσστ-σσστ! Το έργο αρχίζει! 

Το 1979, ο Φάνης με την ταινία του "Μη", πήρε μέρος στο 2ο Φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους της Δράμας. Αν έχετε την περιέγεια να τη δείτε, 

πατήστε εδώ.

 

Αν θέλετε να διαβάσετε το πρώτο μέρος της αυτοπαρουσίασης του "Φάνη του Σπάρταλη", θα κάνετε κλικ στο θέμα Κάποιες συνεντεύξεις ( κάτω δεξιά στην αρχική μας σελίδα) και κατόπιν θα ξανακάνετε κλικ στην υποκατηγορία Προσωπικές. Η Αυτοπαρουσίαση παιδιά δεν τελείωσε.

Η "Στέλλα" στη φωτογραφία των "Μεγεθύνσεων", είναι η πασίγνωστη Πιπίνα.

 

 

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 17 Απριλίου 2013 09:11

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: