Φταίχτης δεν υπάρχει, μονάχα φταίξιμο;

 

Τους αναπνέαμε χρόνια. Αναπνέαμε τη δυσωδία.
Τους βλέπαμε χρόνια. Βλέπαμε την ασχήμια.
Τους γευόμασταν χρόνια. Γευόμασταν το άνοστο.
Τους αγγίζαμε χρόνια. Αγγίζαμε τις τσουκνίδες.
Τους ακούγαμε χρόνια. Ακούγαμε το θόρυβο.


Με λίγα λόγια, κοντά τέσσερις δεκαετίες,
τους παραφάγαμε στη μάπα.
Μας τσάκισαν.
Κι αν ζούμε, όσοι ζούμε,
από τύχη περισσότερο το πετύχαμε.

Ήταν συναγωνιστές μας, γείτονές μας, συγγενείς μας. Μετά, μαθαίναμε πως ήταν συμπατριώτες μας, συνάδελφοι, εραστές μας ή ερωμένες μας. Μερικές φορές, ήταν και φίλοι μας. Πιο πολύ πράσινοι, αλλά και οι μπλε, που είχαν αυτούς ως πρότυπα. Αρκετά συχνά και κόκκινοι, της παπαρούνας είτε της φράουλας. Όλο αυτό το σκυλολόι ήταν το κυρίαρχο ρεύμα. Αυτό έδινε τον τόνο στα μέρη της πατρίδας μας, στις συνοικίες μας, στις δουλειές μας. Αυτό έκανε σκόνη την κοινή λογική. Ήταν παντού και διαρκώς όλοι αυτοί που έκαναν θρύψαλα αξίες και στάσεις ζωής πλασμένες με τέχνη και με γνώση, με ίδρωτα και αίμα, αιώνες πριν, αιώνες συνεχώς. Που το κοινό δημόσιο συμφέρον το γράφανε στα τέτοια τους μετατρέποντάς μας σε συνένοχους, είτε κλείνοντάς μας πονηρά το ματάκι είτε τάζοντάς μας κι άλλα αυθαίρετα πεντοχίλιαρα. Και που κοινό καλό ήταν μόνο το καλό τους, το άλλο ούτε να το διανοηθούν μπορούσαν. Αδύνατον να ξεφύγεις. Σε διαπότιζαν μέρα νύχτα. Σου πάσαραν σκονάκια και σε κερνούσαν ρόλους υπηρέτη. Με χαζοδιλλήματα σε άφηναν στήλη άλατος. 

Και, δίχως να το αντιληφθείς, σιγά σιγά γινόσουνα σαν κι αυτούς. Πολλές φορές, έφτανες στο σημείο να τους υπερασπίζεσαι, αυτούς, τους πανταχού παρόντες και τα πάντα πληρούντες, και να απαρνιέσαι τους εντάξει, τους σωστούς. Είχαν κι αυτοί τα κουσούρια τους, βεβαίως, αλλά στη λογική του κανείς δεν είναι τέλειος. Είχαν τα κουσούρια αυτών, που προσπαθούν να κτυπήσουν κορυφές μέσα σε χιονοθύελλες. Εσύ όμως πώς, δεν μπορώ να καταλάβω πώς, έφτασες στο σημείο να τους απαρνιέσαι. Να βάζεις Χ σ’ εκείνα τα ούφο του χείλους των γκρεμών, σ’ εκείνους τους αόρατους πολιορκημένους της καθημερινότητας, από ένα παντοδύναμο δούναι και λαβείν. Ναι, έγινε κι αυτό. Έφτασες στο σημείο να απαρνιέσαι αυτό που, στο ξεκίνημά σου, είχες ονειρευτεί για τον εαυτό σου. Πώς γαμώτο, πώς έγινε αυτή η διαστροφή; Και εξήγησέ μου, σε παρακαλώ, πώς έφτασες στο σημείο να συγχωρείς αυτούς που μεταμόρφωναν τους ταμένους σε γραφικούς της διαρκούς τσαντίλας, που τους έβγαζαν τον καρκίνο. Και, τώρα, σε προβληματίζει, αν η δύναμη αυτής της Μέδουσας είχε τις ρίζες της στην ανθρώπινη φύση. Αν οι μικροεξουσίες τούς μετέτρεπαν σε κακέκτυπα μικρών Ροβεσπιέρων. Αν της κοινωνίας ο βόθρος τους αύξανε και τους πλήθαινε σαν τις κατσαρίδες. Αν οι διάτρητοι θεσμοί -  πουλημένοι διαιτητές, τους ευνοούσαν σκανδαλωδώς. Όσοι αντέξανε αυτόν τον εφιάλτη, αναρωτιούνται ακόμα πώς το κατάφεραν. Πώς έγινε κι έχουν – όχι πάντα - σώας τα φρένας τους  και το κλίμα εντός τους είναι ακόμα στα όρια του εύκρατου κι υγιεινού. Πώς τα κατάφεραν και δίνουν ακόμα από το λίγο νεράκι που τους απέμεινε. Δίνουν, όχι μόνο στον άγγελό τους, αλλά και στο διάβολό τους. 

Ο κ. Δ. Σεβαστάκης είναι και ζωγράφος και δάσκαλος στο Ε.Μ.Π. Όλα αυτά τα χρόνια πρέπει να έφτανε αυτή η κατρακύλα μέχρι τα τρίσβαθα της ψυχής του. Πρέπει να την λουζόντανε καθημερινά κι αυτό να τον διάλυε. Αυτήν την άφρονα κατρακύλα, που προετοίμαζε την κρίση. Και είναι από αυτούς τους ανθρώπους, που δε θεωρεί σωστό να περάσει αυτό το φαινόμενο, της διπλανής σαπίλας, στο ντούκου. Εν ονόματι των μεγάλων πολιτικών και οικονομικών προβλημάτων, εν ονόματι των ψήφων, θεωρεί πως δεν πρέπει να κάνουμε την πάπια. Μιλώντας, και ως δάσκαλος και ως καλλιτέχνης, μας λέει πως η λήθη είναι θάνατος αλήθειας και η τυφλότητα αυτοκτονία. Όποιοι έχουν την περιέργεια να μάθουν το σύντομο τρόπο που διαβάζει ένα μέρος της πρόσφατης ιστορίας μας, ας προσπαθήσουνε να διαβάσουνε αυτό το άρθρο του, που μας άρεσε. Όποιοι έχουν ακόμα μέσα τους θέληση για κάτι καλύτερο και συναρτούν τις όποιες επιλογές τους και από την αυτογνωσία τους και από την κριτική του πρόσφατου κοινού παρελθόντος μας, ας συγκεντρωθούν για λίγο στα δυσάρεστα που, απ’ ό,τι φαίνεται πια, δεν αντέχουμε να τα συζητάμε νηφάλια. Γιατί θέλουμε να τα διαγράψουμε; Το πολύ το καλόπιασμα προφανώς το έχουμε ανάγκη. Αλλά μήπως μας οδηγεί ανεπαίσθητα στην αφέλεια πως ξεμπερδέψαμε με τη νοοτροπία αυτού του συρφετού που τα σκάγια του ακόμα και σήμερα, δυστυχώς, μας παίρνουνε κι εμάς; 

Συνεχίζουμε, φίλοι και γνωστοί, όχι όμως σαν μωρές παρθένες. Αν φυσικά θέλουμε να μην ξανακάνουμε, με την ίδια ένταση, τα ίδια λάθη. Συνεχίζουμε, επιλέγοντας όχι από τα έτοιμα, αλλά προσπαθώντας, υπό το φως των εμπειριών μας, να φτιάξουμε νέα μονοπάτια. Συνεχίζουμε, αρνούμενοι να κρύψουμε οτιδήποτε κάτω από το χαλί, διότι μόνο έτσι είναι δυνατόν να ανοίξουμε νέους δρόμους και δρομάκια. Τον κ. Σεβαστάκη νομίζουμε πως τον τρώει η αγωνία να ενισχύσει, με τα λεγόμενά του, μια τέτοια στάση ζωής. Ανθρώπων και κομμάτων που κοιτάζονται στον καθρέφτη τους, όχι για επαυξήσουν την αυταρέσκειά τους και να διασώσουν τα προνόμιά τους, αλλά για να διορθωθούν και να διορθώσουν. Με όρους πολιτικούς.



Η σεμνή, ταπεινή και διάσπαρτη ιδιοτέλεια
H λαϊκή διαφθορά που φτιάχνει τα εξουσιαστικά εκκλησιάσματα είναι για την Αριστερά μικρή και ελάχιστα ένοχη
Η συμπυκνωμένη κοινωνική οργή δεν φάνηκε να μεταφράζεται στις ενδοπασοκικές εκλογές. Δεν με ενδιαφέρει η αξιοπιστία των αριθμών που ανακοινώθηκαν, όσο η απογοήτευση πολλών από αυτούς που ζουν συντετριμμένοι τις συνέπειες του «σοσιαλιστικού» και κρατικοδίαιτου νεοφιλελευθερισμού. Περίμεναν αυτοί οι πολίτες ότι το μίσος που νοιώθουν θα μεταφράζονταν σε μηδέν ψήφους για τον νέο πρόεδρο. Πολύ μεγάλο κοινωνικό και συλλογικό μίσος, καθόλου ψήφοι. Λάθος. «Το ΠΑΣΟΚ είναι εδώ», όπως δήλωσε ο νέος πρόεδρος. Ακόμα και τα τεχνάσματα των διπλοψηφιών αυτό δηλώνουν. Είναι εδώ και ως πολιτική οντότητα και ως εκλογική πρακτική. Τι συνέβη; Παρ' όλο το μίσος, υπήρξαν ψήφοι. Παρ' όλη την υπερδεξιά μετατόπιση του ιστορικού κόμματος, υπήρξαν ευγνώμονες και επίμονοι άνθρωποι που πήγαν και ψήφισαν.
Η διάλυση που πέτυχε το κεντρικό όχημα καταστροφής του αστικού κράτους και των θεσμών, το αντιΠΑΣΟΚ υπόλειμμα του ΠΑΣΟΚ, φαίνεται ότι λειτουργεί συσπειρωτικά. «Να τα έχεις καλά μαζί τους, να είσαι γραμμένος στις λίστες για να σωθείς» από τη λιμπιντική κόλαση του παπανδρεϊκού γονιδιώματος. Όσο διαλύει μέσα στην πολιτική τυχαιότητα και ανικανότητα και ταξική πονηριά, τόσο εξουθενώνει. Όσο καταστρέφει τόσο πειθαρχεί. Μια μαύρη πειθαρχία που ποτέ η Αριστερά δεν ενοχοποίησε, δεν τιμώρησε, δεν θυμήθηκε. Η Λαϊκή διαφθορά που φτιάχνει τα εξουσιαστικά εκκλησιάσματα είναι για την Αριστερά μικρή και ελάχιστα ένοχη. Τα μεγάλα ιστορικά σχήματα που μεταχειρίζεται η Αριστερά για να εξηγήσει τις κοινωνικές διαρθρώσεις, μπερδεύονται από τη μικρή και διασπαρμένη ιδιοτέλεια. Το γλείψιμο στην εξουσία είναι άτυπο, ένα παρόραμα της ιστορίας, μια λεπτομέρεια ασήμαντη μπροστά στα μεγάλα διακυβεύματα: τον Σοσιαλισμό, τη Δημοκρατία, το Δίκαιο.
Η αδιάλειπτη ιδιοτέλεια που οδηγεί το χέρι στη δουλεία προς την κομματική εξουσία, η παρανομία του φτωχού, η μικρή καταπάτηση της παραλίας, η ελάχιστη δωροληψία του σκοτεινού κλητήρα είναι ασήμαντες λεπτομέρειες ή κατανοητά μικρά ελαττώματα που η επαναστατική συγκατάβαση πρέπει να συγχωρεί ή να παραβλέπει. Η παράβλεψη όμως αυτή φτιάχνει μια μεγάλη πολιτική τύφλωση. Οι πολιτικές ποιότητες που καθορίζονται από τη μαζική κατάχρηση είναι συντριπτικές και ηγεμονικές. Ναι. Το ΠΑΣΟΚ ακόμα και σ' αυτή τη δεξιότατη μορφή δεν πρόκειται να διαλυθεί γιατί έχει τα ριζώματα μιας αδίστακτης λαϊκής προσμονής. Ο λαός μας διδάχθηκε και μεγάλωσε μέσα σ' αυτή τη δαιδαλώδη ηθική αλληλουχία. Οι άστεγοι, οι νεόπτωχοι, οι αφανισμένοι είναι τα απλά συναισθηματικά και ελεήμονα άλλοθι αυτής της ωμής επιλογής. Ψηφίζω για αρχηγό και επισημαίνομαι. Με βλέπουν, είμαι μαζί τους, κινδυνεύω λιγότερο. Περίπου μια πιο σιωπηλή εκδοχή «αγανακτισμένου πολίτη».
Αυτή την επανεκτίμηση της χαμηλής ιστορίας, της εμπράγματης δηλαδή ιδιοτέλειας, η Αριστερά πρέπει να την κάνει. Όχι για να
 αντιπροτείνει μια ανάγνωση μνησικακίας και εκδίκησης, αλλά ίσα- ίσα για να την ακυρώσει ηθικά. Όταν δεις την ιστορία και ως προϊόν μίσους, ζήλειας, ιδιοτέλειας, κρυψίνοιας, κουτοπονηριάς, εξαχρείωσης, κτηνωδίας, χαφιεδισμού, ανηθικότητας, τότε έχεις ελπίδα να αναθερμάνεις τις ερμηνείες σου. Να αναδιατυπώσεις τη μεγάλη σύνθεση, εμβαπτισμένη και στις μαύρες πεδιάδες της δυσωδίας του δρόμου.
Αν δει κανείς όλες τις ιστορικές στρώσεις που συγκρότησαν την Ελλάδα, αυτή την ενεργό χαμηλή πεδιάδα θα εντοπίσει. Πίσω από τις μεγάλες πράξεις π.χ. της πείσμωνος και ηρωικής αριστεράς, πίσω από τις υψηλές χειρονομίες ταλαντούχων και ηθικών αστών, πίσω από τη μεγάλη σύλληψη του «άλλου» που συγκροτούν τη μεγάλη ιστορία, το μεγάλο αφήγημα, ο μελετητής θα βρει έξυπνα κρυμμένη τη χαμηλή ζώνη των ενστίκτων κανιβαλικής αυτοσυντήρησης, αφανισμού του διπλανού, καρφώματος, λιντσαρίσματος του ηττημένου. Σαν να γράφτηκε μια επίσημη ιστορία από τις μεγάλες πράξεις, για να «ξεκαρφώσει» την εκλαϊκευμένη πονηριά. Και όλα στο τέλος, αναβαπτισμένα αναμεμειγμένα στον πιο άδικο και άνισο εξισωτισμό. Αυτό το πολιτιστικό υπόστρωμα παράγει την πολιτική σκηνή τουλάχιστον στην εξουσιαστική της εκδοχή. Αυτό το υπόστρωμα είναι ενεργό και στη δόμηση της κρίσης και στην κοινωνική σφαγή που τη συνοδεύει. Και αυτό το βορβορώδες μικρο-ιδιοτελές υπόστρωμα, ενώ πάντα νικάει και διδάσκει και διαμορφώνει, ποτέ δεν εντοπίζεται. Ένας αόρατος, διάσπαρτος και χαμηλός πνιγμός μιας ολόκληρης κοινωνίας.
Ημερομηνία δημοσίευσης στην Αυγή : 25/03/201.

 

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 17 Απριλίου 2013 09:12

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: