Σήμα κατατεθέν 2012 & "Πρώτη ύλη".

 

Το σήμα κατατεθέν του Λεκανοπεδίου -και ιδιαίτερα της Αθήνας - τους τελευταίους μήνες είναι οι Ασιάτες, με καροτσάκια τύπου Σούπερ Μάρκετ, που μεταφέρουν ό,τι απ’ τα σκουπίδια μας μπορεί να ανακυκλωθεί.

Και το σήμα κατατεθέν της Βουλής, τον τελευταίο μήνα που πέρασε, είναι οι εκατοντάδες τροποποιήσεις που ψηφίζονται σωρηδόν. 

Οι περισσότερες από αυτες είναι ευνοϊκές για τις ομάδες και τα στρώματα εκείνα που καταφέρνουν να διατηρούν, σχεδόν στο ακέραιο, τα προνόμιά τους.

Μία από τις συνέπειες θα είναι η περαιτέρω αύξηση του ελλείμματος. Που ακόμα και οι βλάκες καταλαβαίνουν, πια, ποιοι θα κληθούν να το καλύψουν.

Εκείνο όμως που μου έκανε εντύπωση είναι αυτή η αντίδραση των μεταναστών. Με το ξέσπασμα της κρίσης, αρκετοί άρχισαν να επιστρέφουν στις πατρίδες τους. Αφύλαχτα σύνορα συν απουσία έστω και μιας στοιχειώδους σοβαρής και σταθερής πολιτικής πάνω σε αυτό το θέμα = καταφθάνουν κάθε μέρα άλλοι, νέοι. Άραγε, τι γυρεύουν σε μια χώρα που έχει κάψει τα λάδια της και έχει πάνω από ένα εκατομμύριο ανέργους; Ο θεός και η ψυχή τους. Κι εμείς, δηλαδή η απερίγραπτη πολιτική μας ηγεσία, μέσα στην τούρλα της προεκλογικής περιόδου, πετάξαμε και το πυροτέχνημα για τα «Κέντρα φιλοξενίας».* 
Εν πάση περιπτώσει, επιστρέφουμε στην πραγματική ζωή, μιας και τα χάλια μας ως πολιτεία δεν έχουν τελειωμό. Οι υπόλοιποι μετανάστες, που μείνανε εδώ και είδανε να χάνουν τις δουλειές τους, καθώς και οι καινούργιοι που έρχονται από τις ερήμους και τις χωματερές του άυλου κεφαλαίου, δεν έμειναν με σταυρωμένα τα χέρια. Λες και έπεσε ένα σύνθημα από τον ουρανό και άρχισαν πολλοί απ’αυτούς να τριγυρνούν στην πόλη σε 24ωρη βάση ψάχνοντας στους κάδους. Όχι για τρόφιμα, σαν αρκετούς από εμάς, αλλά για οτιδήποτε ανακυκλώνεται. Ήταν καταπληκτική τούτη η αντίδραση αυτών των ανθρώπων. Το ένστιχτο της επιβίωσης σε όλο το μεγαλείο του. 
Πρόδρομοι αυτών με τα καροτσάκια είναι οι άλλοι, με τα τρίκυκλα και τα Ντάτσουν, που γύριζαν στις λαϊκές γειτονιές της Αθήνας και του Πειραιά. Αυτούς τους γνωρίσαμε σαν παλιατζήδες. Στα παιδικά μας χρόνια, οι περισσότεροι απ’ αυτούς ήταν Έλληνες και Τσιγγάνοι. Μετά, στο πλάι τους, εμφανίστηκε, σιγά σιγά, αυτή η νέα γενιά μεταναστών, που άρχισε να μαζεύει μόνο τα παλιοσίδερα.
ΠΡΩΤΗ ΥΛΗ
Υπάρχουν άνθρωποι που τη ζωή τους κανένας δεν την ονειρεύεται. 
Μέχρι πριν λίγο καιρό, οι νέοι μας ονειρεύονταν κινητά, i-pod και i-phone, κάμερες και υπολογιστές, ρούχα πολυδιαφημισμένα και πανάκριβα, αστραφτερά αμάξια, βόλτες σε εμπορικά κέντρα τύπου mall, διακοπές σε πεντάστερα με πισίνες, Σαββατόβραδα στις πίστες της παραλιακής, home cinema. Τώρα, για όσους καταλαβαίνουν τι συμβαίνει, αυτό που βρίσκεται στην πρώτη θέση της λίστας τους είναι μια θέση εργασίας. Έστω και χωρίς ασφάλιση. Δυστυχώς. Από αυτό το σημείο μέχρι που θα βρεθούν στην ομάδα που κανείς δε θα ονειρεύεται τη ζωή τους, που οι ορίζοντές της θα είναι κλειστοί, δεν είναι μακριά. Κι αυτό, σε κανέναν μας δεν αρέσει. 

Όμως οι άνθρωποι, των οποίων τη ζωή κανείς δεν ονειρεύεται, εκείνοι, οι ίδιοι, ονειρεύονται. Τι; Να βρουν χρυσαφικά στον πάτο ενός κάδου απορριμμάτων. Πραγματικά και μεταφορικά. Υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι. Συχνά τους βλέπουμε με τα σαραβαλιασμένα τρίκυκλά τους, με τα χειροκίνητα  καρότσια τους, να διασχίζουν τα σοκάκια, τους δρόμους και τις λεωφόρους. Με τις καρότσες τους γεμάτες παλιοσίδερα, καλώδια, ηλεκτρικές συσκευές, και άλλα ανακυκλώσιμα υλικά, που έχουν ξεδιαλέξει από τα σκουπίδια μας. Συχνά τους βλέπουμε, αλλά αμέσως τους ξεχνάμε. Απίθανο είναι να μπούμε στον κόπο να φανταστούμε τη ζωή τους. Δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον, δεν έχει κάτι ελκυστικό. Σχεδόν αμέσως φεύγουν απ’ το μυαλό μας. Τελικά, για μας είναι αόρατοι. 
Όμως, για τον Χρήστο Καρακέπελη, σπαρταράνε. Στην ταινία του, το ντοκιμαντέρ «Πρώτη ύλη» - την οποία γύριζε κοντά δέκα χρόνια – παρουσιάζεται ο κόσμος αυτός, που ποτέ δεν μας κοιτάζει στα μάτια, και ζει δίπλα μας από αυτά που εμείς πετάμε. Επέλεξε, ο σκηνοθέτης, να αφήσει τις εικόνες να μιλήσουν από μόνες τους. Εικόνες δυνατές, στις οποίες, όσοι έχουν μάτια για να βλέπουν, θα δουν πολλά και σημαντικά. Τα λόγια - ποτέ on camera – που λένε οι διάφοροι «ανακυκλωσητζίδες» του λεκανοπεδίου - Έλληνες, Αλβανοί, Τσιγγάνοι, Ασιάτες - κάνουν δυνατό παιχνίδι με την εικόνα. Ένας συνδυασμός, που άλλοτε σε ταράζει και σε σέρνει από τη μύτη κι άλλοτε σ’ αφήνει ελεύθερο να πλανηθείς νηφάλιος, όπου τραβάει η ψυχή σου. Και να σκεφτείς. Ο κινηματογραφιστής Καρακέπελης προσπάθησε να μεταδώσει ένα μέρος από τον κύκλο της ζωής τους, παρουσιάζοντάς τον μας σε στενή σχέση με την πορεία των υλικών που μαζεύουν και εμπορεύονται. Προσπαθώντας να μη διασταυρωθούν ποτέ τα βλέμματά μας, κατάφερε έτσι να περάσει με επιτυχία από τις συμπληγάδες της αγιογραφίας και της γραφικότητας του οικονομικού περιθωρίου. Γι’αυτό, πολλές από τις αλήθειες τους που εκστομίζουν, γίνονται αίμα που μεταγγίζεται στην ύπαρξή μας. Φρέσκο αίμα, που μας καθιστά ικανούς να τους νοιώσουμε σαν αξιοθαύμαστα πλάσματα, μέσω των οποίων κοιτάζουμε κατάματα μία ανήλια πλευρά του κόσμου μας. Αυτή που δεν αφήνει τίποτα να πάει χαμένο. 
Το ωραίο είναι πως καταφέρνει η ταινία να μη μας δημιουργεί ενοχές η κόλαση των ανθρώπων αυτών, αλλά και να μην αναμοχλεύει μέσα μας την εγγενή μοιρολατρία μας. Παρ’ όλη την απελπιστική ρουτίνα της ζωής τους, ο τρόπος που ζουν και βλέπουν τα πράγματα μάς μεταδίδει, αθέλητα, ψιθύρους καρτερίας και γενναιότητας απέναντι στις μεγάλες δυσκολίες της ζωής. Μου άρεσε αυτό το ντοκιμαντέρ. 

Σε κάποια απογευματινή προβολή, ήμασταν 11 θεατές. Νομίζω πως αξίζει να τη δουν περισσότεροι. 
Να την προβάλουν τα κρατικά κανάλια; Ναι. 
Να φροντίσουμε εμείς, ως Αλντεμπαράν, ως Σταγόνα, ή ο Σύλλογος Εργαζομένων του Δήμου μας, να προβληθεί στους θερινούς Δημοτικούς μας κινηματογράφους; Πάλι λέω ναι. 
Πάντως αξίζει να τη δούμε. Έχει κάτι από τις Πασχαλινές μας μέρες. Που, παρόλη την αγριότητα των Παθών και την ένταση των καταναλωτικών συνηθειών μας, καταφέρνουν να μαλακώσουν για λίγο το είναι μας. Επιτρέποντάς μας, έτσι, να έρθουμε στη θέση του άλλου, του διπλανού, του πιο αδύναμου. Παρομοίως και η ταινία, πετυχαίνει στο να μπορούμε ακαριαία, όταν τους αντικρίζουμε στους δρόμους και όποτε συναντούμε αυτούς τους συνανθρώπους μας, να τους αισθανόμαστε ως τέτοιους. Και αυτό, νομίζω, πως είναι μεγάλο κέρδος. Και γι’ αυτούς, και προπάντων για μας. 

* Απόσπασμα από ένα ενδιαφέρον άρθρο που δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα της Αυγής ( 8-4-12), με θέμα το νέο νόμο σχετικά με τα «Κέντρα πρώτης υποδοχής και εγκαταστάσεων κράτησης παράνομα διαμενόντων στη χώρα και τρόπο φύλαξης αυτών», 
των Ελένη Καλαμπάκου και Δημήτρη Χριστόπουλου, μέλη του ΔΣ της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ)

Από μια ρεαλιστική προσέγγιση του ζητήματος προκύπτουν τα ακόλουθα: Καταρχάς, σύμφωνα με έκθεση του Ελληνικού Ιδρύματος Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ), αυτή τη στιγμή βρίσκονται στην Ελλάδα περίπου 400.000 αλλοδαποί χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα -- αριθμός πολύ μεγάλος ομολογουμένως για μια χώρα όπως η Ελλάδα--, το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό των οποίων διαμένει στο κέντρο της Αθήνας. Ακόμα λοιπόν και εάν απομακρυνθούν 30.000 από αυτούς και μεταφερθούν σε κέντρα κράτησης, είναι εξαιρετικά αμφίβολο το κατά πόσο θα υπάρξει ορατή βελτίωση στο κέντρο της Αθήνας.
Δεύτερον, η μεταφορά τους σε εγκαταλελειμμένα στρατόπεδα και άλλες αχρησιμοποίητες πεπαλαιωμένες δομές φαντάζει περισσότερο ως μια μετατόπιση των ανθρώπων αυτών παρά ως μια συνολική και υπεύθυνη αντιμετώπιση του ζητήματος. Και τούτο διότι, με τα σημερινά δεδομένα, αφενός μεν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι θα εξακολουθήσουν να παραμένουν εγκλωβισμένοι στα γρανάζια του εξαιρετικά ανεπαρκούς, αργού και αναποτελεσματικού συστήματος ασύλου, το οποίο όμως τους καθιστά μη απελάσιμους για χρόνια, αφετέρου δε οι ρυθμοί απελάσεων θα παραμείνουν εξαιρετικά χαμηλοί. Αρκεί να αναφερθεί ότι αυτή τη στιγμή εκκρεμούν 3.000 αιτήσεις αλλοδαπών στο Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης (ΔΟΜ), στο πλαίσιο του συγχρηματοδοτούμενου από την ΕΕ προγράμματος εθελοντικού επαναπατρισμού, οι οποίες δεν προωθούνται λόγω της αδυναμίας της Ελλάδας να αναλάβει το κόστος του 25% της χρηματοδότησης που της αναλογεί. Σε αυτό το σημείο μάλιστα, εύλογα ερωτηματικά γεννά το γεγονός ότι η πολιτεία δεν ζητά, όπως έχει δικαίωμα, να μειωθεί η συμμετοχή της στο 5% του προγράμματος. Το παράδοξο είναι επίσης ότι μέχρι σήμερα δεν έχει εφαρμοστεί ο νόμος 3907/2011 αναφορικά με τις οικειοθελείς αναχωρήσεις, όταν δηλαδή ο αλλοδαπός που αιτείται να ενταχθεί στο πρόγραμμα αυτό αναλαμβάνει να καλύψει αποκλειστικά εξ ιδίων τα έξοδα του ταξιδιού του. Και τέτοιες περιπτώσεις έχουν παρουσιαστεί πολλάκις. Μάλιστα, ορισμένες εξ αυτών δεν προχώρησαν λόγω του ότι η Ελληνική Αστυνομία δεν μπορούσε να διαθέσει όχημα για τη μεταγωγή τους από την επαρχία στην Αθήνα, ενώ άλλες επειδή δεν έχει εκδοθεί ερμηνευτική εγκύκλιος και οι αστυνομικές αρχές δεν γνωρίζουν τι διαδικασία να ακολουθήσουν.
Ένα ακόμη πολύ σημαντικό ερώτημα που τίθεται αφορά το ποιοι θα κρατούνται στα υπόψη κέντρα κράτησης. Και τούτο διότι οι μεταναστευτικές ροές είναι μεικτές, δηλαδή εκτός από οικονομικούς μετανάστες (οι κατεξοχήν απελάσιμοι) υπάρχουν και άτομα που ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες, όπως λ.χ. πρόσφυγες, αιτούντες άσυλο, θύματα trafficking, ασυνόδευτοι ανήλικοι κ.ά., οι οποίοι κατά νόμο χρήζουν ιδιαίτερης αντιμετώπισης. Ωστόσο το μεγαλύτερο μέρος αυτών δεν έχει καταγραφεί και ο τρόπος με το οποίον πραγματοποιούνται οι επιχειρήσεις «σκούπα» της ελληνικής αστυνομίας δεν αφήνει καμία αμφιβολία για το ότι δεν πρόκειται να καταγραφούν, γεγονός που θέτει σοβαρά ζητήματα νομιμότητας των ως άνω μέτρων. Στις παραπάνω ευπαθείς ομάδες θα πρέπει να προστεθούν και οι «de facto μη απελάσιμοι», αυτοί δηλαδή που η πολιτεία ό,τι και αν κάνει δεν μπορεί για αντικειμενικούς λόγους να τους επιστρέψει στην χώρα τους. Σημειωτέον ότι για την κατηγορία αυτή το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει κρίνει την κράτηση παράνομη, ακριβώς διότι αποδεδειγμένα η απέλασή τους είναι, με τα ελληνικά δεδομένα, πρακτικά ανέφικτη. Αλλά  ακόμα και για τους θεωρητικά απελάσιμους πρέπει να επισημανθεί ότι με τον ρυθμό με τον οποίο πραγματοποιούνται σήμερα οι απελάσεις θα απαιτηθεί για κάποιους μετανάστες διάστημα τουλάχιστον δεκαπέντε ετών μέχρι εν τέλει να επιστραφούν στη χώρα τους, ενώ είναι αυτονόητα παράνομη, αντισυνταγματική και αντικείμενη στις διεθνείς συνθήκες η κράτησή τους ενόψει απέλασης για διάστημα ανώτερο του ενός έτους. Επομένως, ποια η σκοπιμότητα και η νομιμότητά κράτησής τους σε στρατόπεδα χωρίς την ανάλογη επιτάχυνση και εν τέλει υλοποίηση των διαδικασιών απομάκρυνσης;
Σε κάθε περίπτωση, η εμπειρία στο μεταναστευτικό αλλά και το γενικότερο ζήτημα της κράτησης στην Ελλάδα, έχουν καταδείξει την απόλυτη αποτυχία της πολιτείας αναφορικά με την εξασφάλιση συνθηκών κράτησης, σύμφωνων με τα διεθνή πρότυπα, η οποία μάλιστα δεν αφορά μόνο τους αλλοδαπούς, αλλά και τους ημεδαπούς, ακόμα και αυτούς που κρατούνται σε φυλακές και όχι σε κρατητήρια (πλούσια είναι η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου/ΕΔΔΑ για το θέμα αυτό). Με αυτά ως δεδομένα, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι τα τριάντα νέα κέντρα κράτησης, τα οποία μάλιστα υποτίθεται ότι θα είναι έτοιμα μέσα σε ένα μήνα, δεν θα κατασκευαστούν με τρόπο που να διασφαλίζουν αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης στους κρατούμενους, η δε κράτηση ανθρώπων σε αυτά θα θέτει σημαντικότατα ζητήματα παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων τους κατά το Σύνταγμα και κατ’ άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου / ΕΣΔΑ.
Εν κατακλείδι, ο τρόπος με τον οποίο για μια ακόμα φορά ενόψει εκλογών επιχειρείται να αντιμετωπιστεί από την πολιτεία το ζήτημα της μετανάστευσης δεν πρόκειται να επιλύσει κανένα πρόβλημα σχετικά με την ασφάλεια, την κοινωνική συνοχή, τη δημόσια υγεία και την οικονομία, όπως ισχυρίζονται οι δύο πολιτευόμενοι στη Β΄ Αθηνών υπουργοί, η οποία (τυχαίνει να) είναι και η μεγαλύτερη εκλογική περιφέρεια της χώρας. Το επιχειρησιακό πλάνο δεν είναι καν νέο ούτε καινοτόμο, καθώς ακολουθεί την πεπατημένη και πλήρως αποτυχημένη πολιτική όλων των ελληνικών κυβερνήσεων τα τελευταία χρόνια που βασίστηκε αποκλειστικά και μόνο στην αποτροπή και την καταστολή και εξέθρεψε την κατάσταση στο κέντρο της Αθήνας. Σίγουρα, η κράτηση 30.000 από τους 400.000 παράνομους δεν θα λύσει το πρόβλημα, όπως ο φράχτης του Έβρου των 12,5 χλμ. δεν πρόκειται να ανακόψει της μεταναστευτικές ροές σε μία χώρα με ακτογραμμή 15.000 χλμ. Γι’ αυτό άλλωστε ούτε ο φράχτης ούτε τα τριάντα νέα κέντρα κράτησης δεν έλαβαν έγκριση για χρηματοδότηση από την αρμόδια Επίτροπο κα Cecilia Malmström. 

Το μεταναστευτικό ζήτημα δεν θα αντιμετωπιστεί αν δεν τεθεί άμεσα σε εφαρμογή ο Ν. 3907/2011, που προβλέπει την ίδρυση και λειτουργία Κέντρων Πρώτης Υποδοχής• αν δεν ξεμπλοκαριστούν οι διαδικασίες περί το άσυλο και δεν λειτουργήσει η σχετική νέα υπηρεσία, αν δεν εφαρμοστούν στην πράξη οι υπάρχουσες νομοθετικές ρυθμίσεις για τις οικειοθελείς αποχωρήσεις και τη δυνατότητα παροχής εξάμηνων βεβαιώσεων αναβολής απέλασης για τους μη απελάσιμους, αν δεν χρηματοδοτηθεί το πρόγραμμα εθελοντικού επαναπατρισμού του ΔΟΜ και, τελικά, αν δεν αποφασίσει επιτέλους η ελληνική πολιτεία να ασχοληθεί σοβαρά και ολοκληρωμένα με το ζήτημα, αντί να προβαίνει σε τέτοιου είδους σπασμωδικές, δαπανηρές και εν τέλει αναποτελεσματικές και επικίνδυνες ενέργειες.

 

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013 11:18

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: