Μια ανάσα Ελύτη, καλοί μου, μέρες που'ναι.

 

Μ.ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

ΠΕΝΘΙΜΟΣ ΠΡΑΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ μες το λιβάνι       
αναθρώσκουν παλαιές Μητέρες ορθές σαν κηροπήγια

τυφεκιοφόροι νεοσύλλεκτοι σε ανάπαυση
μικρά σκάμματα ορθογώνια, ραντιστήρια, νάρκισσοι.

Σαν να ’ μαι, λέει, ο θάνατος ο ίδιος άλλ’ 
ακόμη νέος αγένειος που μόλις ξεκινά
κι ακούει πρώτη φορά μέσα στο θάμβος των κεριών
το «δεύτε λάβετε τελευταίον ασπασμόν».


 Μ.ΣΑΒΒΑΤΟ

ΠΑΛΙ ΜΕΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΙΑ της θάλασσας το μαύρο
εκείνο σύννεφο που ανεβάζει κάπνες
όπως φωνές πάνω από ναυάγιο

Χαμένοι αυτοί που πιάνονται από τ’ Άπιαστα 

Όπως εγώ προχθές του Αγίου Γεωργίου ανήμερα
που πήα να παραβγώ μ’αλόγατα όρθια
και θωρακοφόρους
και μου χύθηκε όλη, όξω απ΄τη γης, η ερωτοπαθής 
ψυχή μου.


ΚΥΡΙΑΚΗ ( ΠΑΣΧΑ)

ΚΑΘΑΡΗ ΔΙΑΦΑΝΗ ΜΕΡΑ. Φαίνεται ο άνεμος που ακινητεί
με τη μορφή βουνού κει κατά τα δυτικά.
Και η θάλασσα με τα φτερά διπλωμένα, πολύ χαμηλά
κάτω από το παράθυρο.

Σου’ρχεται να πετάξεις ψηλά κι από κει να μοιράσεις 
δωρεάν την ψυχή σου. Ύστερα να κατέβεις και, θαρραλέα,
να καταλάβεις τη θέση στον τάφο που σου ανήκει.


Από τη συλλογή "Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου" του Οδυσσέα Ελύτη. Δεκέμβριος 1984. Οι πίνακες είναι και αυτοί του ποιητή και υπάρχουν στο έργο του "Ιδιωτική οδός".

 

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2012 18:11