Πυκνώνουνε τα σύννεφα, μαζεύω ηλιαχτίδες.

 Οι ουρές και πληθαίνουν και μεγαλώνουν.

Σε όποια ουρά και να βρεθείς, νοιώθεις να σε κυριεύει το πνεύμα το κακό.

Όλοι είναι στην τσίτα και έτοιμοι να αρπαχτούν με όλους.

Καχύποπτα με κοιτάζεις, καχύποπτα σε κοιτάζω.


Ο καθένας μας είναι, για τους άλλους, ένας από τους χιλιάδες που φοροδιέφευγαν, από εκείνους που έπαιρναν αφειδώς μίζες και φακελάκια, από τα παιδιά που έβαζαν μέσον, που δεν έκαναν καλά τη δουλειά τους και επωφελούντο ασυστόλως από το δημόσιο κορβανά, από τους σκοτεινούς καμαρωτούς, που διακινούσαν μαύρο χρήμα. Όλοι είμαστε υποψήφιοι στόχοι. Αρκετοί δικαίως. Αυτούς που έκαναν τις μεγάλες μπάζες, για χρόνια και χρόνια, εμείς οι κοινοί δεν τους βλέπουμε, δεν τους συναντάμε στις μετακινήσεις μας. Δεν υποφέρουν μαζί μας, στις ουρές, το σαδισμό της γραφειοκρατίας. Οι ουρές πληθαίνουν. Κι όλο μεγαλώνουν οι άλλες με τους αντίπαλους, με τους εχθρούς μας, κι όλο μικραίνουν αυτές με τους συνεργάτες, με τους φίλους μας. 

Ξεπουλάμε. Σαν άτομα και σα χώρα ξεπουλάμε. Όσο όσο. Είμαστε στο μάτι του κυκλώνα μιας ακραίας οικονομικής πολιτικής, που δεν καταλαβαίνει Χριστό. Σαν πρόβατα επί σφαγή οδηγούμαστε από ντόπιες και ευρωπαϊκές ηγεσίες. Ντόπιες διεφθαρμένες ηγεσίες, τρομακτικά ανίκανες να μας υπερασπιστούν και εξαιρετικά ικανές να υπερασπιστούν τα προνόμια τα δικά τους και των κύκλων τους. Κι Ευρωπαϊκές ηγεσίες φοβισμένες από τη δύναμη του ορατού και του άυλου κεφαλαίου, μικρές, κοντόφθαλμες, φιλοτομαρίστριες και, στο «δια ταύτα», σύμμαχές του. Ξεπουλάμε και αγριεύουμε. Ξεπουλάμε και ερημώνουμε. Μέσα μας, γύρω μας  και ως εκεί που φτάνει το μάτι μας. Μέρα με τη μέρα οι απεγνωσμένοι άνθρωποι αυξάνονται και η απελπισία μας μεγαλώνει. Το άυλο και το ορατό κεφάλαιο στο απυρόβλητο. Παίζει χωρίς αντιπάλους. Όσο εμείς βυθιζόμαστε στη φτώχεια, τόσο οι κάτοχοί του γίνονται πιο πλούσιοι. Παντού. Και στην Κίνα και στην Ινδία και στην Αμερική και στη Βραζιλία και στη Γερμανία και στη Λετονία και στην Αλβανία και εδώ σ’ εμάς. Παντού σου λέω. Όσο εμείς ψαχνόμαστε για να βρούμε ατομικές  λύσεις κι απλώνουμε δειλά τα χεράκια της αλληλεγγύης, τόσο αυτοί, κάνοντας με τα κρεμμυδάκια Δημοκρατίες και Συντάγματα, επιβάλλουν στο άψε σβήσε τις αποφάσεις τους. Με το πιστόλι τους στον κρόταφό μας. Τα συμφέροντά τους και τα συμφέροντά μας γίνονται όλο και πιο πολύ ασύμβατα. Εμείς ξεπουλάμε και χανόμαστε κι αυτοί αδίσταχτα πουλάνε κι αγοράζουνε τα πάντα. Και μονίμως κερδίζουν. Μοιάζει σα σπορ. Είναι παίχτες σ’ ένα παιχνίδι που εμείς δεν το καταλαβαίνουμε. Σ’ ένα παιχνίδι που θερίζει ανθρώπινες υπάρξεις. Πάντως, το κοινό βίωμα είναι πως μας έχουν κηρύξει πόλεμο.

Εύφλεκτη κατάσταση και ρευστή. Ο καθένας το καταλαβαίνει σ’ αυτή τη χώρα. Ανασφαλείς, φοβισμένοι, αηδιασμένοι, λαλημένοι, πυροβολημένοι, μπερδεμένοι, οργισμένοι, άδειοι και «άνοιωθοι», με ρολά κατεβασμένα και όνειρα ανύπαρχτα. Φουλαρισμένοι από «όχι», από «μαυρόασπρα διλήμματα» και από δεν «πάει άλλο». Κάποιοι είναι σίγουροι πως αυτή είναι η αρχή. Τα χειρότερα έπονται. Αρκετοί κυκλοφορούν ανάμεσά μας, αλλά το νοιώθεις πως ήδη έχουν φύγει, μας έχουν αποχαιρετίσει δια παντός. Άλλοι σχεδιάζουν την αναχώρησή τους για Αυστραλίες, Γερμανίες, και πατρογονικές επαρχίες. Στέκομαι σ’ αυτό το ακραίο «μας έχουν αποχαιρετίσει δια παντός». Είναι η δικιά μας η βία, αυτή που στρέφεται εναντίον μας. Με ή χωρίς όπλα. Δημόσια ή ιδιωτικά. Είναι κομμάτια του εαυτού μας που βιώνουν τις δυσκολίες σα βουνά. Που δεν έχουν να πιαστούν από πουθενά, ούτε καν από τις συνήθειές τους. Που δεν ακούνε τίποτα και κανέναν, ούτε το σώμα τους ούτε το όνομά τους, ούτε την όποια ιστορία τους. Είναι ο καταχρεωμένος επιχειρηματίας, η άνεργη της πόλης, είναι ο Χριστούλας, ο 77χρονος φαρμακοποιός του Συντάγματος. Είναι κι άλλοι. Είμαστε εν μέρει κι εμείς, κομμάτια που μέσα μας τα έχουν φτύσει. Είναι γύρω μας. Τους βλέπουμε, μαθαίνουμε γι’ αυτούς. Στεναχωριόμαστε για όσους γνωρίζουμε. Συμπάσχουμε. Μας επηρεάζουν, μας φοβίζουν. Μας επηρεάζουν αρνητικά. Αλλά με ενοχλεί, όταν οργανωμένες πολιτικές δυνάμεις τους μετατρέπουν σε επιχειρήματά τους διεκδικώντας την ψήφο μας. Τραγικό διάβημα είναι η αυτοκτονία, αλλά παράδειγμα προς αποφυγήν. Η πράξη τους, εμάς τους ζωντανούς, δε μας οδηγεί πουθενά. Στεκόμαστε σιωπηλοί και σε στάση προσοχής απέναντί τους, αλλά δεν τους κάνουμε σημαία μας. Παρατηρώ πως πληθαίνουν οι επιλογές που τους προβάλλουν, από δημόσια βήματα, για να  κατατροπώσουν την παχύδερμη εξουσία, όπως πληθαίνουν και τα άρθρα που τους κάνουν κύριο θέμα τους. Αγγίζουν τα όρια της καπηλείας. Αφήστε τους στην ησυχία τους, παρακαλώ. Αυτό ζητάω. 

Διαφωνώ και με τους άλλους. Τους υποστηριχτές της άλλη ακραίας κατάστασης. Της άλλης βίας μας. Αυτής που στρέφεται προς τα έξω, προς τους άλλους, την οπαδική που κανιβαλίζει. Που ξεκινάει από το γιαούρτωμα και φτάνει μέχρι τους πυροβολισμούς. Η φάση που διανύουμε είναι τέτοια, που μας κάνει επιρρεπείς σ’ αυτήν. Τα συμβάντα δημόσιας βίας πληθαίνουν. Ένα δημοφιλές μέιλ, που διάβασα πρόσφατα και μου ήρθε από τέσσερις διαφορετικούς αποστολείς, αρχίζει με κάποια περιστατικά τέτοιας βίας, που διέπραξαν ηλικιωμένοι άνθρωποι. Και κλείνει ως εξής: «Ένα μόνο δεν σας πέρασε απ’ το μυαλό. Τα γερόντια δεν έχουν τίποτα να χάσουν. Τι τους νοιάζει αν, αύριο, βγουν στο δρόμο ζωσμένοι εκρηκτικά - κι όποιον πάρει ο Χάρος; Έτσι κι αλλιώς, το δικό τους ραντεβού με το Χάρο είναι ήδη κλεισμένο». Αν αυτό δεν είναι «ρίχνω λάδι στη φωτιά» και μάλιστα εκ του ασφαλούς – μιας και ο υπογράφων το κείμενο δεν είναι γερόντι – τότε τι μπορεί να είναι; Αν ο θυμός και η απελπισία αυθόρμητα βρίσκουν διέξοδο στη βία, τότε πρέπει ο άλλος μας εαυτός – αν υπάρχει - να επέμβει αποφασιστικά. Κάτι σαν καθήκον είναι, αλλά πρέπει να το κάνει. Πρέπει ο νηφάλιος εαυτός μας να επιβληθεί σ’ αυτόν που έχει χάσει τη ψυχραιμία του, πρέπει ο ορθολογιστής εαυτός μας να επινοήσει επιχειρήματα και να επεξεργαστεί ημερήσιες στρατηγικές, πρέπει ο κοινωνικός εαυτός μας να βρει τρόπους για να οικοδομήσει την εμπιστοσύνη ανάμεσα σε αυτούς, που τους έριξαν στο λάκκο με τα φίδια. Και, προπάντων, πρέπει ο ανθρωπιστής εαυτός μας να προσπαθήσει να πείσει το πρωτόγονο κομμάτι του, πως η βία όλα τα κάνει χειρότερα και πως τα θύματά της θα είναι πρώτα απ’ όλα άνθρωποι αθώοι. Κι όσα από τα κοινά μας στοιχεία, έχουν μετασχηματιστεί σε πολιτικές προτάσεις. Κάτι τέτοια ψιθυρίζω, κάθε πρωί που ξυπνάω, στον εξαγριωμένο εαυτό μου, νουθετώντας τον. Έχει μαλλιάσει η γλώσσα μου, αλλά αυτός, αν και δείχνει να μ’ακούει, το ρόπαλο από το χέρι δε λέει να το πετάξει. Το ξέρω πως είναι λίγα μπροστά σ’ αυτά που αντιμετωπίζουμε, αλλά πιστεύω σ’ αυτά της μη βίας και, ειλικρινά,  συγνώμη που δεν μπορώ να σκεφτώ άλλα, καλύτερα. 

Με γλυκαίνει όταν στις ουρές συναντάω κάποιον που το πρόσωπό του έχει μια ήρεμη έκφραση. Ή τον άλλον, που εκτονώνει καταστάσεις με το χιούμορ. Είναι οι ηλιαχτίδες μου και τις φυλάω. Μου κάνει καλό, όταν ο υπεύθυνος για κάποια δουλειά μου μού μιλάει ευγενικά και κάνει σωστά αυτό που πρέπει να κάνει, αυτό για το οποίο πληρώνεται. Ηλιαχτίδα μου κι αυτός. Νοιώθω να είμαι μέρος αυτής της χώρας, όταν πολιτικοί αναλαμβάνουν τις ευθύνες που τους αναλογούν, επαναπροσδιορίζονται διεμβολίζοντας τον χρόνιο αυτισμό τους. Και δεν προσπαθούν να με κοροϊδέψουν, να με εξαγοράσουν, να με φοβίσουν, για να με έχουν μονίμως στη γωνιά. Ηλιαχτίδες μου κι αυτοί. Αισθάνομαι καλά, όταν μου επιτρέπεις και σου επιτρέπω να επικοινωνήσουμε, να κατανοήσουμε το πρόβλημα και να λύσουμε τους όποιους κόμπους μας, δίχως να θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε/νικήσουμε ο ένας τον άλλον. Ηλιαχτίδα κι αυτή που μαζί με όλες τις άλλες, κάτι μου ξεκλειδώνει το μπουκέτο τους, κάτι που δεν έχει να κάνει με τον τρέχον εαυτό μου. Ξεδιπλώνω τη λειψή σκέψη μου, σας ακούω, συζητάμε, αποφασίζουμε από κοινού και προχωρούμε να κάνουμε πράξεις αυτά στα οποία συμφωνούμε. Αναλαμβάνοντας την ευθύνη των συνεπειών τους. Καλά το καταλάβατε, ηλιαχτίδες μου, λοιπόν, και όλοι αυτοί που αντιλαμβάνονται την τρομερή δύναμη του δίδυμου συνεργάζομαι –συνθέτω. Σήμερα είμαι ανεβασμένος, γιατί, χθες, βρέθηκαν άγνωστοι άνθρωποι, που με σήκωσαν όταν έπεσα, με βοήθησαν και νοιάστηκαν για μένα, τον πεσμένο στην άσφαλτο. Φεύγοντας σώος τους αγκάλιασα. Ηλιαχτίδες μου κι αυτοί. Μαθαίνω για παιδιά φίλων, συγγενών, γνωστών, για παλιούς μαθητές μου, για παιδιά ανοιχτόμυαλα. Μαθαίνω για κορυφές που κατακτούν, με σκληρή δουλειά και με αφοσίωση σε αυτό που δημιουργούν. Η χαρά μου αυτή είναι η πιο χαρούμενη από όλες τις ηλιαχτίδες μου. Εδώ και μια βδομάδα, αποφάσισα να οδηγώ προσεχτικά και ήπια, σεβόμενος τον κώδικα και το μισοκατάφερα. Χάρηκα, όπως χάρηκα που ο φίλος μου έχει κόψει, προ πολλού, εκείνο το «ξέρεις ποιος είμαι εγώ, ρε;». Ο φίλος μου, που όλα τα έσφαζε και τα μαχαίρωνε, τώρα απορεί, ρωτάει, μαθαίνει. Κι αυτός ηλιαχτίδα μου. Διαβάζω κάτι που με συναρπάζει και σε πλησιάζω σε απόσταση αναπνοής. Παρακολουθώ ένα έργο κάποιας τέχνης που με συγκινεί, που με κάνει να επιθυμώ, έστω και για μια μέρα, το καλό όλων και το δικαίωμα στην ευτυχία να είναι ανοιχτό στον καθένα μας.  Ηλιαχτίδες κι αυτές, αλλά  σπάνιες. Ηλιαχτίδες μου και οι ανθισμένες νεραντζιές στους δρόμους, που μοσχοβολάνε, και οι μικρές μαργαρίτες που λάμπουν. Και άλλα, σημαντικά κι ασήμαντα, απλά και καθημερινά, που μοιάζουν αυτονόητα, κι όμως σπανίζουν στον κόσμο μας. Με τόσες ηλιαχτίδες που μαζεύω θα έπρεπε τα τοπία μου να ήταν ηλιόλουστα. Αλλά δεν είναι. Πολλά και πυκνά τα μαύρα σύννεφα. Τα σύννεφα των από πάνω αλλά και τα δικά μας τα συννεφάκια. Ενδιαφέρον όμως έχει η συμμετοχή μας σ’ αυτήν τη  διαμάχη, που διεξάγεται χιλιετίες, καθώς και η καλλιέργεια εκείνης της στάσης, που επιτρέπει στη ζωντάνια μας να κάνει παιχνίδι. Ανεξαρτήτως καιρού, παρόλες τις αντιξοότητες. Αμήν.  
( Οι φωτογραφίες είναι από πίνακες του 80χρονου Γερμανού ζωγράφου Γκέρχαρντ Ρίχτερ ) 

Στην Αντωνίτσα, που κλείνει αισίως τα 56. Να τα κατοστήσεις καλή μου, σε μέρες καλύτερες που θα'ρθούν.

 

Τελευταία τροποποίηση στις Σάββατο, 16 Μαρτίου 2013 13:09

Σχόλια   

0 # ΕΛΕΝΗ ΝΑΝΟΠΟΥΛΟΥ 19-04-2012 01:26
ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΩΝΙΑ ΤΩΝ 56
ΚΑΙ ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΣΥΛΛΕΚΤΗ ΗΛΙΑΧΤΙΔΩΝ...

ΣΕ ΠΕΙΣΜΑ ΓΡΗΓΟΡΩΝ ΚΑΙΡΩΝ
ΑΣΘΜΑΤΙΚΩΝ ΑΝΑΠΝΟΩΝ
ΜΕΤΑΛΛΑΓΜΕΝΩΝ ΛΟΓΩΝ
ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΜΑΣ
ΡΥΘΜΟ ΚΡΑΤΑΕΙ Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΑΣ.
Παράθεση

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: