Γιατί άραγε να νοιώθει κανείς όμορφα μέσα σε ένα τζαμί στα κατεχόμενα;

Απόγευμα Μεγάλης Παρασκευής στη Λευκωσία, περνώντας τη στενωπό, ένα πολύ στενό δρομάκι που οδηγεί στα δυο φυλάκια του τουρκικού ψευδοκράτους, στα όρια της Πράσινης γραμμής, στην Κύπρο. 

Κουρασμένοι απ’ το ταξίδι προχωρούσαμε μηχανικά, ακολουθώντας τη συνοδό, προς την τουρκοκρατούμενη περιοχή.


Μας είχε συστήσει να μην κάνουμε κανένα σχόλιο στους Τούρκους μπροστά - ούτε πίσω - γιατί η ατμόσφαιρα εκεί είναι πάντα ηλεκτρισμένη και εύφλεκτη.

Δεν σκεφτόμουν κάτι, ο σκοπός του ταξιδιού μας ήταν άλλος, η διχοτόμηση δεν ήταν στο μυαλό μου, δεν ήμουν προκατειλημμένη. Καθόλου.Μα φθάνοντας στο φυλάκιο και διαβάζοντας την ταμπέλα - ανορθόγραφη στα ελληνικά της στο σημείο της «ευθύνης» - κάτι μου έσφιξε την καρδιά, και το στομάχι. Κάτι σαν «με ποιο δικαίωμα» και «ποιος μπορεί να ορίζει κάθε φορά τα τι και τα πώς». Και κάποια βλέμματα απέναντι, Τούρκων που έβγαιναν από την «αντίπερα όχθη». Δεν ήταν άγρια, μα τόσο έντονα, κάπου νόμισα ότι με κάρφωναν. Ίσως τους κάρφωνα κι εγώ. Πώς γίναμε αυτόματα, σε μια στιγμή, εχθροί; Δεν το κατάλαβα. Το ένιωθα όμως.


Κι αστυνομικοί υπάλληλοι, Τούρκοι κι αυτοί. Κι εγώ Ρωμηά. Δεν χαμογέλασα καθόλου. Δεν θυμάμαι πολλές φορές στη ζωή μου να έχω νιώσει «όχι, δεν θα σου χαμογελάσω εσένα, ποτέ». Το ίδιο ήταν κι αυτοί. Αυστηροί και αγέλαστοι. Με μας. Μεταξύ τους μιλούσαν. Και γελούσαν. Σ’ εμάς, σοβαροί. 
Ψύχρα. Και σωστά. Και αυτόματα. Αξιοθαύμαστο.
Πήραμε ένα μικρό χαρτάκι με μια σφραγίδα, περάσαμε μέσα και προχωρήσαμε.
Μας παρέλαβε ένας Τούρκος συνοδός. Όχι μόνοι μας στα κατεχόμενα. Είχα αποφασίσει ότι θα είμαι σε όλη τη διάρκεια της επίσκεψης σοβαρή και υπεροπτική. Μα ο συνοδός μας ήταν πολύ συμπαθής. Γλυκός, ευγενικός και πολύ διακριτικός. Όχι από εντολή. Έτσι ήταν, αυτός ήταν και του έβγαινε. 
Περπατήσαμε στο δρομάκι που οδηγούσε στο Σελίμ τζαμί, πρώην Αγία Σοφία. Δεξιά κι αριστερά μας τούρκικο παζάρι, στο οποίο όμως κανείς μας ούτε μια ματιά δεν έριξε. Να ψωνίσεις απ’ τους Τούρκους στα κατεχόμενα; Δεν γίνεται. Και σωστά … 
Και φτάσαμε στην Αγία Σοφία, νυν Σελίμ τζαμί. Ώρα προσευχής και ο ιμάμης που έψελνε ακουγόταν από ένα μεγάφωνο ψηλά στον μιναρέ. Παπούτσια, φτωχικά όλα, στην είσοδο του ναού, και δυο γυναίκες, Τουρκάλες, στο παγκάκι απ’ έξω. Φοβισμένες έδειχναν έτσι όπως μας κοίταγαν, μα ήταν όμορφες. 
Ο συνοδός είπε ότι δεν μπορούσαμε να μπούμε μέσα, γιατί προσεύχονταν, εκτός αν ήμασταν σιωπηλοί και δεν βγάζαμε φωτογραφίες. Μπήκαμε. 
Και ήταν όμορφα. Γιατί; Ίσως τα μαλακά χαλιά στα γυμνά πόδια μας. Ίσως η κατάνυξη της προσευχής. Ίσως η ξένη εκκλησία, η καθολική, δημιούργημα των Φράγκων, πρώην κατακτητών, που νιώθεται όμως ως Αγιά Σοφιά, που άσπρισαν οι τοίχοι της κι έγινε τζαμί, παραμένει όμως ναός, κι οι άνθρωποι με τρομαγμένα, καχύποπτα βλέμματα ψάχνουν να βρουν  ποιος είναι ο εχθρός, ποιος ο καλός και ποια η ψυχή τους. 
Σε κάποια τέτοια σημεία, νησίδες στη μέση του πουθενά, είναι που χάνεσαι, αλλά και βρίσκεσαι… 

Και το Τουρκάκι στην τουαλέτα που μύριζε άσχημα, στο υπόγειο της αυλής του ναού, που ήθελε ένα ευρώ για να σ’ αφήσει να τη χρησιμοποιήσεις, και οι άντρες που παίζαν τάβλι στη μέση του δρόμου, και τα σουβλατζίδικα που πούλαγαν ντονέρ, όλα κάτι γνώριμο θυμίζαν. Ξέρω και ‘γω; Συμπαθή και οικεία μου φαίνονταν όλα αυτά. 
Εκείνο το φράγμα μόνο. Αυτό το σημείο όπου έπρεπε πάλι να δώσουμε το χαρτάκι μας, να το σφραγίσουν πάλι, απόδειξη ότι βγήκαμε δηλαδή, και δεν είμαστε πλέον απειλή, αυτό το σημείο ήταν και πάλι ασφυκτικό. 
Είναι αυτές οι θηλιές της εξουσίας, όλων των μορφών εξουσίας, που σφίγγουν τους λαιμούς των ανθρώπων, των δρόμων, των πόλεων, των λαών. 

Αυτή η επιγραφή “no borders street” που πρόσεξα στην επιστροφή, μιας ομάδας Ελλήνων ακτιβιστών, η γυναίκα που δίπλα της σκουπίζει και το ύφος του νεαρού αριστερά, είναι αυτά που θυμάμαι τελευταία …

 

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2012 18:10