Ρε σεις, ο Ράμφος δεν είναι αυτός;

 

Ρε συ Γιάννη, ο Ράμφος δεν είναι αυτός; Ποιος, πού; Να, καλέ, αυτός εκεί πέρα, σε κείνα τα προσφυγικά.
Α, ναι, αυτός είναι. Τι γυρεύει εδώ πέρα; Γιάννη, δεν τον φωνάζεις εσύ, που τον ξέρεις, να πιει ένα ποτηράκι μαζί μας.
Στέελιο, Στέελιοο.
Ω, τι αντικρίζουν οι οφθαλμοί μου, ο Ιωάννης, ο φίλτατος από το παρελθόν.
Γεια σου Γιάννη'μ, όπως πάντα γερός στο σώμα, δυνατός στο μυαλό. Τι κάνεις, πώς είσαι; Καλά, Στέλιο, έλα κάτσε μαζί μας να πιούμε ένα ποτηράκι. Παιδιά, να σας συστήσω τον κ. Στέλιο Ράμφο. Εν χορώ: «γεια σας, κ. Στέλιο!». Γεια σας παίδες, αντροπαρέα βλέπω, δε λέω, αριστοκρατική αντίληψη συναναστροφής. Αν και τα τελευταία έτη έχω παρατηρήσει πως και οι νεαροί άντρες αρέσκονται να είναι διαρκώς επιθυμητοί, όπως και οι γυναίκες, κι αυτό προκαλέι αναβρασμό στις παρέες. Ευχαρίστως θα κάτσω, Γιάννη, αλλά για λίγο, διότι έχω δουλειές με φούντες, το μέλλον με περιμένει. Διότι, όπως ίσως διαισθάνεστε, αυτό δεν έρχεται από μόνο του, όπως η άνοιξη. Ούτε, φυσικά, έρχεται, αν είμαστε φαν των εμβληματικών τρόπων και τόπων άμυνας που έχει η κοινωνία μας εναντίον του χρόνου, και που είναι η καφετέρια, η ταβέρνα, το θερινό σινεμά, η τηλεόραση με τα σήριαλ, το κομπολόι, το κομποσχοίνι ή το ρεμπέτικο.
Φα. : Συγγνώμη, κ. Στέλιο, αλλά εμείς, σε όλα αυτά που αναφέρατε, συζητάμε τις πράξεις μας και τις ιδέες μας, απλώνουμε το μέσα μας στους ομοτράπεζους φίλους, το ξεθολώνουμε κι έτσι κι ερχόμαστε πιο κοντά και στον εαυτό μας και μεταξύ μας. Ναι, κ. Φα., όμως εγώ διατείνομαι πως ανακυκλώνετε τα περασμένα ξεχωριστά, χωρίς ένα νόημα να τα διαπερνά και να τα ενώνει στο παρόν με το μέλλον. Αν όχι εσείς, οι περισσότεροι -και συχνότατα- έτσι συμπεριφέρονται. Και όλα αυτά ενισχύουν την ιδιομορφία μας του να παίρνουμε τα συναισθήματα για νόημα και να σκεπτόμαστε το είναι μας με όρους ωφελείας ή βλάβης. Γιατί, ακόμα και σήμερα, εννοούμε την επικοινωνία σαν συναναστροφή, κουτσομπολιό, ή συναλλαγή και το Δημόσιο χωρόχρονο, το έξω δηλαδή, το θεωρούμε ξένο και το φοβόμαστε. Είτε αυτός είναι ελλαδικός, είτε όχι.


Στ.: Στην Ικαρία όμως, κ. Στέλιο, που την έχω ζήσει, δεν κυνηγάνε οι άνθρωποι το χρόνο, ίσα ίσα τους περισσεύει και τον μοιράζονται δωρεάν με τους άλλους. Σερφάρουν δε με χάρι και με μια σεμνότητα στα άγρια κύματα της ζωής, επιμένοντας στην αυτάρκεια της ύπαρξης ακόμα και με τα ελάχιστα. Αυτοί, λοιπόν, πιστεύω πως και νοιώθουν καλύτερα τη ζωή και ζουν και πιο πολλά χρόνια από μας. Έχεις δίκιο, κ. Στ., όμως η Ικαρία είναι εκτός σύγχρονου κόσμου. Αν, αίφνης, ανακηρυσσόταν ανεξάρτητο κράτος, όπως είχε πράξει το 1912, θα επιβίωνε -ζοριζόμενη τα μέγιστα- ένα έτος, μόνο αν έμοιαζε με την Αλβανία του Χότζα, άλλως ούτε ένα μήνα δε θα άντεχε η γλυκύτατη. Η γνώμη μου είναι πως κοινότητες σαν την Ικαρία, όπου δε βρίσκει θέση το μέλλον, η πρόβλεψη, ο προγραμματισμός, η μέθοδος, καθώς εκμηδενίζεται η ροή του χρόνου, θα πρέπει να τις προτείνουμε στην Ουνέσκο, για να τις αναγνωρίσει ως διατηρητέες. Οι του μαγεμένου χρόνου εκεί διαβιούντες έχουν την αξία τους και την ιδιαίτερη σημασία τους και διά εμάς, όπως τα ποτά για τις τροφές μας.


Στάκα, Στέλιο, στάκα. Α, συγνώμη Γιάννη, σας πήρα φαλάγγι ε; Τι κάνεις εσύ, πώς πάει το σκουπίδι; Πώς να πάει ; Ούτε αυτό δεν μπορούμε πια να κάνουμε σωστά. Να σκεφτείς πως εδώ δίπλα μας, στο Πέραμα, βουνό τα σκουπίδια στους δρόμους, ο δήμος έχει βαρέσει μπιέλα. Βρε Λα., πού τρέχει πάλι το μυαλό σου, όσο σου έχει απομείνει δηλαδή, γέμισέ μας, σε παρακαλώ, τα ποτήρια, ω μεγάλε οινοχόε. Στην υγειά σας κ. Στέλιο. Στην υγειά σας παιδιά, και είθε καλή και σωστή κυβέρνηση να μας προκύψει με Ευρωπαϊκό προσανοτολισμό, αλλιώς μας βλέπω στην Υποσαχάρια Αφρική. Που λες Στέλιο, τώρα με στείλανε στην ανακύκλωση. Ένας κουβάρι κι εκεί, μια παράδοση στη συνήθεια. Ανεπίγνωστα διολισθαίνουμε προς τον πάτον, ουχί τον λευκόν, αλλά τον μαύρον. Ποιος να ενδιαφερθεί; Όπως παντούν έτσι κι εδώ, από το άλφα ως το ωμέγα, άσχετοι και αδιάφοροι κάνουν παιχνίδι. Κι ο κόσμος...τι να πω...τώρα που τον βαραίνουν τόσα και τόσα, εύκολα τα παρατάει. Θα μου πεις σ' αυτή τη φάση που ζορίζεται για τα στοιχειώδη, την ανακύκλωση θα κοιτάει; Καλά δεν τα λέω, παιδιά; Συμφωνώ κι εγώ, Γιάννη, αλλά εξ ίσου και δε συμφωνώ. Θέλω, όμως, να προσθέσω πως αυτά που παρατηρείς, αυτά που σε ενοχλούν, είναι αποτελέσματα μιας κρατικής γραφειοκρατίας που συνιστά οργανισμό καθυστερήσεων, ένα διοικητικό μηχανισμό στο απυρόβλητο του χρόνου. Έχουμε εδώ ένα θεσμοποιημένο ανάχωμα στον χρόνο με έκφραση την απραξία και τη χρονοτριβή, στήριγμα δε τη διαπλοκή με το πολιτικό σύστημα που αρμέγει αρειμανίως το κράτος. Ο καθένας έχει βιώσει τα οδυνηρά αποτελέσματα πλήθους διοικητικών πράξεων, οι οποίες καλλιεργούν την ευθυνοφοβία και το δεσποτισμό των υπαλλήλων. Μιλάμε, παιδιά, για λαθρεμπόριο χρόνου, αφού επισήμως ο χρόνος δεσμεύεται στο παρόν - παρελθόν εις βάρος του μέλλοντος.


Γιω.: Ωραία ρητορεύεις, κ. Στέλιο, αν και δεν τα πιάνω όλα, αλλά αυτά που εντοπίζεις στις νοοτροπίες μας, στις συμπεριφορές μας και στις σχέσεις μας -και φαντάζομαι πως θα συμφωνείς κι εσύ- έρχονται από πολύ μακριά κι είναι μέσα μας βαθιά. Έτσι δεν είναι; Ναι, κ. Γιω., έτσι. Ποιοι, λοιπόν, πώς και γιατί να τ' αλλάξουν και ν' αλλάξουν; Αχ, εδώ είναι το δύσκολο κ. Γιω, και απ' εδώ αρχίζει να αποκτά νόημα η δημόσια συζήτηση και περιεχόμενο η αναζήτηση, γιατί - για να λέμε και του στραβού το δίκιο - κι εγώ, όπως κι ο καθένας εξάλλου, δεν ξέρω ακριβώς, δε διαθέτω έτοιμες λύσεις. Το πρόβλημα εντοπίζω, το οποίο πρέπει να το έχουμε κατά νου, αν θέλουμε να προχωρήσουμε. Και είναι ευκαιρία τώρα, με τα ελλείμματα και τα χρέη μας, να τα δούμε όλα εξ αρχής και να αναρωτηθούμε συγκεκριμένα για το κάθε πρόβλημα, θέτοντας όμως τα δάκτυλα επί τον τύπον των ήλων. Όσο για το ποιοι που με ρωτάς, σου απαντάω, όλοι όσοι δυσανασχετούν πλέον να είναι νήπια 3000 χρόνων και νοιώθουν την ανάγκη να βαπτιστεί ο τόπος αυτός στην κολυμβήθρα του 21ου αιώνα.
Οδ.: Ακόμα κι αν σήμερα ξενυχτίσουμε και τα βρούμε στα λόγια, κ. Στέλιο, ξέρουμε όλοι πόσο απέχουν τα λόγια από τις αποφάσεις και αυτές από τις πράξεις, κι έτσι θα βρεθούνε μπροστά σε ένα άλλο πηγάδι, δίχως πάτο. Αν πιάσουμε, λοιπόν, και αυτό το θέμα νομίζω πως πάει μακριά η βαλίτσα, θα ξημερωθούμε και αύριο πρωί δουλεύουμε. Λέω να τ' αφήσουμε αυτά και ας πούμε κάτι άλλο. Εσύ, κ. Στέλιο, τι γυρεύεις εδώ κάτω, στην Κοκκινιά;


Χθες βράδυ, είδα με το τηλεσκόπιό μου, από την οικία μου στην Πεντέλη, κάποιες οικίες στην περιοχή αυτή, που μου κίνησαν το ενδιαφέρον. Μάλλον προσφυγικά πρέπει να είναι. Τις περιεργάστηκα από κοντά, πριν από λίγο. Και όντως, αυτές οι διώροφες οικίες έχουν ενσωματώσει, έστω και εξ ανάγκης, μία λαϊκή αντίληψη για την κατοικία. Δεν είναι ούτε φωλιές, για να κρυφτεί η οικογένεια, ούτε μέσον επίδειξης. Νοιώθεις πως είσαι μέσα τους και ταυτόχρονα έξω. Λιτά και λειτουργικά, δεν επιτρέπουν στο χώρο να συνομιλεί από θέση ισχύος με το χρόνο. Τα ενωμένα μπαλκονάκια τους φανερώνουν μία ανοιχτότητα ως προς το γείτονα και το  περιβάλλον, πράγμα που σημαίνει πως οι ιδιοκτήτες τους είναι εξοικειωμένοι με το «έξω», με το άγνωστο. Με λίγα λόγια, έχουν υλοποιήσει την ισοτιμία του εσωτερικού με το εξωτερικό, σύλληψη που αποτρέπει τις οικίες αυτές να απορροφούν τους ιδιοκτήτες τους, αλλά και δεν τους αποξενώνει από τους διερχόμενους. Χάρηκα ιδιαιτέρως για την «αρχιτεκτονική» αυτή, που φανερώνει απλούς ανθρώπους με αυτοπεποίθηση και ανοιχτούς σε ένα παρόν με ορίζοντα μέλλοντος.


Φα.: Μια ερώτηση να σας υποβάλλω, κ. Στέλιο, χώρος υπάρχει, αλλά χρόνος; Δυνατή ερώτηση, κ. Φα, αλλά, συγνώμη φίλτατε, επείγομαι, πρέπει να αναχωρήσω. Μόνο να σας ρωτήσω, αυτή η ερώτηση σας έχει προκύψει από μία αίσθηση του δικού σας χρόνου; Σας υπόσχομαι, όμως, πως, μια άλλη φορά, θα τα πούμε πιο χαλαρά. Ένα στα γρήγορα, όμως, θα σας πω, στην εποχή μας ομιλούμε -αν και δεν το αισθανόμαστε- για χωρόχρονο. Ωραία ήταν, πάντως, πώς πέρασε η ώρα χωρίς να το καταλάβω. Εσάς, κ. Λα, που πάνω κάτω είμαι μεγαλύτερός σας καμιά δεκαπενταριά χρονάκια και που μας σερβίρατε με συνέπεια αυτό το εξαιρετικό χύμα κρασάκι, δεν σας άκουσα. Αλήθεια, τι σκέπτεστε να ψηφίσετε; Λα.: Αυτή τη φορά λέω Σύριζα, κ. Στέλιο, και ο θεός να βάλει το χέρι του. Καλέ, σ' αυτήν τη φράση σας κ. Λα, φανερώθηκε αυτό που κατά το μάλλον ή ήττον είμαστε όλοι και απ' το οποίο πρέπει απαραιτήτως να δραπετεύσουμε. Ισχυρίζομαι πως είστε κι εσείς μια χαρακτηριστική περίπτωση ατόμου της κοινωνίας μας με ελλειμματικό εσωτερικό κόσμο, που κινείται αδιακρίτως μεταξύ εμπειρίας και μεταφυσικής, πραγματικότητας και πίστης. Άτομα σαν κι εσάς τα συναντάς παντού και είναι εκείνα τα οποία το παρόν τους αποκλείει το μέλλον, εκείνα που αντιστέκονται στις αλλαγές με τις φαντασιώσεις τους. Λα: Μήπως αυτό οφείλεται στο το ότι είμαι Μικρασιάτης και ταύρος; Όμως, τι εύστοχα που με ζωγραφίσατε, κ. Στέλιο, πολύ μου άρεσε. Αλλά, σας ορκίζομαι πως είμαι και από εκείνους τους τύπους που διορθώνονται, αρκεί να με πάρεις με το μαλακό. Τι προτείνετε, λοιπόν, να πράξω, για να γίνω ένας σύγχρονος Έλληνας; Χα, χα, πλάκα έχετε, άλλη φορά όμως, θα τα ξαναπούμε συντόμως.  Αν και, ένα στα όρθια κ. Λα., πιστεύω πως η κρίση μας είναι κυρίως πνευματική, θα ήθελα να ρωτήσετε τον Συριζαίο συναγωνιστή σας, κ. Θο., για τα ελλείμματα - ρωτώ ως χορός αρχαίας τραγωδίας. Πώς σκοπεύουν, αν γνωρίζει δηλαδή, να τα αντιμετωπίσουν; Διότι, όπως ξέρουμε όλοι, στο μνημόνιο πήγαμε λόγω του κρατικού χρέους, που το δημιούργησε, κατά βάση, ο πελατειακός δικομματισμός, αυτός που έχει ως κοινό τόπο συναινέσεως την συνενοχή.  Μεγάλωνε λοιπόν, το χρέος, λόγω των μόνιμων και διαρκώς αυξανόμενων ελλειμμάτων μας. Λοιπόν, τι και πώς; Παιδιά, χάρηκα πολύ. Να ξαναβρεθούμε οπωσδήποτε, να τα πούμε, έχω να σας υποβάλλω κι εγώ ερωτήσεις. Γιάννη, θα το κανονίσεις;


Ρε συ Γιάννη, περιπτωσάρα ο τύπος. Πού γνωριστήκατε; Χρόνια πριν, παιδιά, συναντιόμασταν σε ένα σταυροδρόμι, κάθε Πέμπτη βράδυ. Αυτός ερχόταν από τη μονή Φιλοσόφου κι εγώ από του Άη Γιάννη, του κομμουνιστή. Καθόμασταν σε ένα καφενείο, μουρμουρίζαμε κάτι ακατάληπτα και κοιταζόμασταν στα μάτια λες και κοιτάζαμε το άπειρο. Μετά αγκαλιαζόμασταν σταυρωτά, φιλιόμασταν χιαστί και ..όνειρα γλυκά, εις το επανιδείν. Αυτό το σκηνικό επαναλαμβανόταν για περίπου τρία χρόνια.


Αυτά που εκστομίζει ο κ. Στέλιος είναι επινοήσεις του υπογράφοντος το άρθρο, βασισμένες όμως σε φράσεις κι απόψεις δικές του. Εκτός από τα πλάγια γράμματα στο κείμενο, που είναι αποσπάσματα από το τελευταίο βιβλιαράκι του με τίτλο «TIME OUT, η Ελληνική αίσθησι του χρόνου». Στο βιβλίο αυτό, ο κ. Ράμφος έχει την άποψη πως τώρα πρέπει να νικήσουμε τον κακό μας εαυτό με τη σοφία του πόνου. Υποστηρίζει πως ο χρόνος μας είναι κλειστός, όπως και ο τόπος μας. Και θεωρεί πως ο χρόνος, σαν συστατικός κοινωνικός θεσμός, τρέπη τη φυσική συνθήκη σε πολιτισμό, και πάνω σ’αυτήν την παραδοχή προσπαθεί να αναδείξει τη σχέση μας με το χρόνο. Παίρνει υπόψη του σε αυτήν την ανάλυση τον τρόπο που οι μαμάδες ανατρέφουν τα παιδιά τους, τη διαχείριση του αστικού χώρου, τον τρόπο που κινείται η γραφειοκρατία και το πολιτικό μας σύστημα, την κακή σχέση με το χρόνο που έχουμε, λίγο ως πολύ, όλοι μας και που πρωτίστως εκδηλώνεται με αργοπορία και καθυστέρηση, όπως και τον αργόσυρτο χρόνο στις ταινίες του Αγγελόπουλου. Τελειώνοντας, υποστηρίζει πως, με την προβληματική αίσθηση του χρόνου που έχουμε, συνδέεται και το χαρακτηριστικότερο, ίσως, ελληνικό αίσθημα - ο φθόνος. Νομίζω πως όσοι στις μέρες μας εξακολουθούν να διαβάζουν, αν διαβάσουν αυτό το πόνημα, πνευματικώς θα πλουτίσουν μια λίρα.


Τη σκέψη του κ. Ράμφου, μέσα από τα βιβλία του, τα άρθρα του και τις τηλεοπτικές συνεντεύξεις του, προσπαθώ να την παρακολουθήσω πάνω από είκοσι χρόνια. Με ενδιαφέρει και με προκαλεί. Εξαιρετικές σκέψεις που λες και φυσάνε τη σκόνη αιώνων από όλων των τύπων τις συνήθειές μας, τις οποίες τις θεωρούμε αυτονόητες και φυσικές. Με την προσέγγιση που επιχειρεί ο κ. Ράμφος -και μέσω ενός ποιητικού ύφους εξαιρετικής ακρίβειας που εικονoγραφεί τη σκέψη του και συναρπάζει- κατορθώνει, ξαφνιάζοντάς σε, να σου αποκαλύψει σε αυτές ένα τέτοιο βάθος και πλάτος ιστορικό, που δε σου αφήνει περιθώρια να τις περνάς από εκεί και πέρα στο ντούκου. Σε εξαναγκάζει - γλυκύτατα και πειστικά - να αναλάβεις τις ευθύνες σου. Βασικά, οι εργασίες του, όπως λέει και ο ίδιος, είναι πάνω στην ερμηνευτική του ελληνισμού με ιδιαίτερη έμφασι στην κατανόησι των πνευματικών χαρακτηριστικών που κληροδότησε το Βυζάντιο στην Νεώτερη Ελλάδα, η άγνοια των οποίων εμποδίζει την αυτοσυνειδησία μας. Αν υπήρχε μια Ευρωπαϊκή ομάδα των εν ζωή στοχαστών, με βάση τα δικά μου διαβάσματα και κριτήρια, θα συμπεριελάμβανα σε αυτήν οπωσδήποτε και τον κ. Ράμφο. Θα τον τοποθετούσα κάπου στο χώρο του κέντρου, να βοηθά λίγο την άμυνα, αλλά βασικά να οργανώνει με την ευφάνταστη ευφυία του το δημιουργικό παιχνίδι, το απαραίτητο για να μπορούν να σκοράρουν οι κυνηγοί. Δηλαδή, εμείς.

 

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013 11:33

Σχόλια   

0 # Γιώργος Τσιρίδης 15-06-2012 18:43
Αυτό που περιγράφεις είναι στο ΠΕΡΙΠΟΥ ο Ράμφος ο οποίος όμως έχει ένα βασικό μειονέκτημα: ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΑΦΗΣ μετά από ένα στενό κύκλο τον πρώτο κύκλο του συλλογισμού του.
Αυτόν τον κύκλο, την βασική ιδέα δηλαδή, τον οποίο ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΚΑΛΑ και για ό,τι λέει μέσα σε αυτόν ΕΙΝΑΙ ΣΑΦΗΣ. Επιδιώκει όμως πάντα να τον στεφανώνει με μεγαλύτερους ομόκεντρους κύκλους, όλο και μεγαλύτερους (μερικοί μάλοιστα παύουν να είναι ομόκεντροι) και μέσα σε αυτούς τους εκτεταμένους γίνεται τόσο πιο ασαφής όσο απομακρύνεται από το κέντρο. Στον πρώτο βασικό κύκλο ο ΡΑΜΦΟΣ είναι Σοφός και πολύ Διεισδυτικός, μετά γίνεται κουραστικός και πεισματάρης. Πάντως είναι ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ. Όχι Λιαντίνης αλλά πολύ καλός, ίσως να μην έχουμε άλλον τέτοιον ζωντανό σήμερα.
Παράθεση
0 # Γιάννης Κ 09-06-2012 11:36
Μπράβο Λάκ...Μου ξαναθύμισες εκείνη την ωραία βραδιά μας με τον Στελάκη...και τις ωραίες Πέμπτες που ξοδεύαμε μαζί ατενίζοντας τον άπειρον!!!Ωραία χρόνια...Προχθές προσευχήθηκα πάλι στον Αϊ Γιάννη τον κομμουνιστή...μετά το χαστούκι που μας έδωσε ο Κασσιδιάρης στην εκπομπή του Παπαδάκη του άφοβου...και καμίας κοινωνίας δεν κοκκίνισε το μάγουλο στην προσπάθεια της να βρεί ποιος έχει δίκαιο και ποιος άδικο για να αισθανόμαστε Δημοκράτες και πολιτικά ορθοί αλλά καθόλου όρθιοι...Αντιθέτως..Πολύ σκυφτοί!!!
Παράθεση