Mια τρομερή αναίτια έκρηξη

 

Την ώρα που προσευχόμουνα αρπαγμένος
μια τρομερή αναίτια έκρηξη,
τινάχτηκε στα ουράνια μαζί με όλο το ιερό,
o πάντα δίπλα στους ανάγκη έχοντες 
όπως όλος ο κόσμος το παραδέχεται.

Σα να μαζί με το μπαμ ένα
"τόσος πόνος θέε μου, γιατί;"
Τώρα στην αυλή ο σκελετός μιας παγιδευμένης αντιλόπης
που πήγε να πιει νερό
σε μια στερεμένη πηγάδα αφρικάνα.
Τόσος πόνος πάτερ, προς τι,
τον είχα ρωτήσει την ώρα που βαπτιζόμουνα ξανά
και το δάκρυ του μόνο εγώ να το’δα; 
Είμαι πάλι το κερί που σου ανάβω
στην ερημιά της εκκλησιάς σου.
Η σιωπή σου είμαι σίγουρος πως το σβήνει.
Πάτερ, τόση θεϊκή ασφάλεια, θάνατος δε σου μοιάζει;
Πες μας, εσύ που τώρα τον γνωρίζεις από πρώτο χέρι.


Την ώρα που υπολόγιζε στη θαλπωρή του θησαυροφυλάκιου
μια τρομερή αναίτια έκρηξη
τίναξε στον αέρα τα πάντα του πιο ανίκητου τραπεζίτη.
Χρόνια προφυλαγμένος στην ενδοχώρα του χρυσού θεού
ή αλλιώτικα στο ο θάνατός σου η ζωή μου.
Τίποτα δε μοιράστηκε στ' αλήθεια, 
ποτέ και με κανένα στην χαρισάμενη ζωή του.
Αλλά, αυτό το μικρό παιδί που κάποτε έκρυψε τρομαγμένο
βαθιά τη λαχτάρα για ζωή
πια δεν άντεχε άλλο τόση των παρασίτων αρκτική.
Θυμήθηκα που με είχε ρωτήσει στο στρατό
αν η φύση μπορεί να τρελαθεί, να εκδικηθεί
ή αν είναι άπαιχτη στον αυτοέλεγχο; 
Μου φαίνεται πως η απάντηση δόθηκε σήμερα.
Στεναχωρήθηκα.
Μαζί μεγαλώσαμε κι ονειρευτήκαμε απλοϊκά.
Από σύμπτωση δεν έγινα αυτός.




Την ώρα που αγόρευες και έταζες και πολτοποιούσες 
μια τρομερή αναίτια έκρηξη
σε τίναξε μαζί με όλο το βήμα,
 οθόνη κατακκόκινη έχεις δει ποτέ σου;
Ούτε ένα κοκαλάκι σου δε βρέθηκε,
μόνο αυτό που καρφώθηκε στην καρδιά μου 
αλλά δεν το ανέφερα όταν με ρώτησε η ασφάλεια.
Το κράτησα να το δώσω στην κόρη σου, τη βαφτιστήρα μου.
Σα φυλαχτό το οστούν του πατρός
να φυλάει τη μικρή
από το αμάρτημα της αδιαφορίας 
ψυχών φαλιρισμένων όταν θα την πλησιάζουν.
Όλα για πάρτη της, όχι πια, όχι άλλο.
Ένα δροσερό αεράκι, ένα γάργαρο νεράκι,
νάναι ο εαυτό σου ακόμα και στην ασφυξία του μάταιου
όταν θα έρχεσαι στη θέση του πατημένου άλλου.
Όχι από συνήθεια, όχι για την ανταμοιβή.
Φοβάμαι το θλιμμένο μαχαίρι
στο βλέμμα της μικρής
που κόβει το λαιμό του τέρατος όπως το ψωμί.
Ανήσυχος ήταν και σήμερα ο ύπνος μου 
φίλε μου τελευταίε στο κύμα,
σε παρακαλώ, μη μου εύχεσαι άλλο και όνειρα γλυκά.
δεν πιάνει, είναι τα χρωστούμενα πολλά.
Γιατί αδελφέ μου, ανηφόρα στις ανηφοριές της πατρίδας με νοιώθεις;

 

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013 11:58

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: