Από τότε τον κουρεύει η Πιπίνα

 

Δεκαπενταύγουστο, της Παναγίας. Γιορτή της μάνας μου, καθ' ότι Μαρίκα. Μετά τους δύο πολέμους, παγκόσμιο και εμφύλιο, κάθε χρόνο δεχόμασταν στο σπίτι την επίσκεψη στενών συγγενών και οικογενειακών φίλων. Τιμούσαν την εορτάζουσα καθισμένοι όπως-όπως στο ένα απ' τα δύο δωμάτια του σπιτιού, αυτό των πολλαπλών χρήσεων.
Ήτανε σαλόνι, κρεβατοκάμαρα, τραπεζαρία, ολίγον κουζίνα, παιδικό δωμάτιο, απ' όλα. Μόνο καμπινές δεν ήτανε! Κάθε χρόνο οι ίδιοι και οι ίδιοι. Κάθε χρόνο οι ίδιες ευχές, τα ίδια κεράσματα: τσέρυ-φοντάν-σαραγλί. Μετά την ανταλλαγή φιλοφρονήσεων, τα -κάποια λίγα, ειν' η αλήθεια- κουτσομπολιά και τις ανακοινώσεις των συναρπαστικών γεγονότων της χρονιάς, (βαφτίσια, γάμοι, διαζύγια, κηδείες), αρχίζανε έντονες συζητήσεις λίγο έως πολύ σοβαρές. Το πιο προσφιλές θέμα, που άντεξε πάνω από πέντε χρονιές-γιορτές της μάνας μου, πάντα καυτό και πάντα επίκαιρο, ήταν ένα διαχρονικό ζητούμενο, ένα ερώτημα: Πότε το αγόρι γίνεται άντρας; Έλα ντε! Υπήρχαν δύο παρατάξεις, μαχητικές και οι δύο. Η μία, κυρίως άντρες, υποστήριζε ότι το αγόρι γίνεται άντρας όταν πάει φαντάρος, όταν υπηρετήσει ευδοκίμως την Πατρίδα, σε ειρήνη ή σε πόλεμο. Υποψιάζομαι ότι η θεωρία έλκει την καταγωγή της από την αρχαία Σπάρτη, την πατρίδα των εφ' όρου ζωής φαντάρων. Η άλλη παράταξη, κυρίως γυναίκες που είχανε γεννήσει αρσενικά, υποστήριζε ότι το αγόρι γίνεται άντρας την πρώτη φορά που θα συνευρεθεί επιτυχώς με μία κοπέλα. Ήταν ο φόβος μη και στραβοπατήσει το αγόρι τους στην ερωτική του ζωή. Σαν πρώτο κήρυκα αυτής της θεωρίας μυρίζομαι την πρόγονό μας, την παμπόνηρη Λυσιστράτη. Εγώ, συνήθως, στεκόμουνα στο διάδρομο, φάτσα στο πολυμορφικό δωμάτιο με τους στριμωγμένους επισκέπτες. Ένας θεατής σε αληθινή παράσταση.


Εκείνο το δεκαπενταύγουστο του 1953, μόλις πήρε να σκοτεινιάζει, έριξα μια ματιά στο ..εκκλησίασμα. Άπαντες παρόντες, πλην ενός: Πριν τρεις μήνες, στα εξήντα πέντε του, αποδήμησε εις Κύριον ο θείος Νικόλας, απ' τη μεγάλη του στεναχώρια που πέθανε ο σύντροφος Στάλιν. Άγιος άνθρωπος! (ο θείος Νικόλας). Θεός σχωρέστον! (τον Στάλιν).Έλειπε, βέβαια, κι ο θείος μου ο Μιχάλης, αλλά αυτός δεν είχε έρθει ποτέ στη γιορτή της μάνας μου. Όχι πως είχε τίποτα μαζί της, ίσα-ίσα. Αλλά ο θείος όλες τις μέρες του χρόνου τις είχε ίδιες. Όλες καθημερινές. Δεν ξεχώριζε ούτε σχόλες, ούτε θρησκευτικές ή εθνικές γιορτές και, φυσικά, ούτε της Παναγίας. Η ζωή του ήτανε δύο διαστάσεων: είχε ύψος και βάθος, έλειπε το μάκρος. Ήταν δεμένος στο μικρό του κόσμο, με κέντρο το χαμηλό μικρό του σπίτι και όρια των μοναδικών του διαδρομών το ψαράδικο της γειτονιάς, για αγορά κάποιων ψαριών, που πάστωνε με δική του κρυφή τεχνική, και το ΠΟΤΟΠΩΛΕΙΟΝ, για προμήθεια ούζου χύμα.


Ο θείος μου Μιχάλης ήτανε κουρέας. Είχε διαμορφώσει ένα εσωτερικό δωματιάκι 2Χ3 σε κουρείο, με τα απαραίτητα για υποφερτή λειτουργία της τέχνης του. Το πιο ξεχωριστό «εργαλείο» του ήταν ο μεγάλος καθρέπτης. Όταν πήγαινα να κουρευτώ, δε χόρταινα να κοιτιέμαι μέσα του. Μ' έδειχνε πάντα κούκλο. Ο μόνος νεαρούλης πελάτης του ήμουν εγώ. Του έβγαζα την πίστη του δόλιου, ως που να ταιριάξει η κόμμωση με τη φωτογραφία του ηθοποιού που κουβάλαγα μαζί μου.


Ο κυρ Μιχάλης ήταν ο αγαπημένος μου θείος, του είχα αδυναμία για χίλιους λόγους και δύο ακόμα. Ο ένας, γιατί εκείνος είχε μια ζημιάρικη αδυναμία στο ούζο και ο άλλος, γιατί εμένα, από μικρό, με τραβούσαν οι άνθρωποι που κάποια κακιά μοίρα, τους την έφερε μπαμπέσικα και απρόσμενα η ζωή τους ρήμαξε. Ο θείος μου δεν έπινε ένα ουζάκι πού και πού, έτσι για την παρέα. Δεν έπινε ένα ουζάκι πριν το φαγητό, για την όρεξη. Ο θείος μου έπινε πολύ, πάρα πολύ ούζο, το έπινε μόνος, το έπινε απ' το μπουκάλι, όπως την πορτοκαλάδα, το έπινε απ' το πρωί μέχρι το βράδυ, σκέτο, χωρίς νερό, χωρίς μεζέ. Δεν μπορούσε να κάνει πολύ χωρίς το ούζο. Οι προσπάθειές του να το κόψει ήταν αμέτρητες. Επειδή πήγαινα πολύ συχνά στο φτωχικό του, τον είχα ζήσει και σε μέρες απόλυτης αποχής και στις πολύ μεγαλύτερες περιόδους, που ήταν παραδομένος στο της ψυχής ηδονικό φαρμάκι. Δεν ήξερα πια πότε έπρεπε να είμαι χαρούμενος: όταν δεν έπινε καθόλου αλλά ήτανε θλιμένος και παρατημένος απ' όλα ή όταν ήταν καλοδιάθετος και αξιολάτρευτος αλλά όλη μέρα έπινε αυτόν τον σατανά;


Ο θείος μου Μιχάλης γελούσε σπάνια. Λες και μια λύπη ηττημένου είχε καταπλακώσει όλη του την ύπαρξη. Το βλέμμα του, την έκφραση, την ομιλία του, τις κινήσεις του, μέχρι και τα στρογγυλά μυωπικά γυαλιά του. Κάποτε του είπα αστειευόμενος: θείο, οι καθηγητές, στο μάθημα, μας λένε για το κρυφό σχολείο. Εγώ το μόνο κρυφό που ξέρω είναι το κρυφό κουρείο. Χαμογέλασε μόνο για να μη μου χαλάσει την καρδιά. Μικρά διαλείμματα απόλαυσης ήταν οι φορές που κουβέντιαζε για πολιτική και όταν μιλούσε για το σύμπαν προσπαθώντας να το αποκρυπτογραφήσει. Τον άκουγα, με ανοιχτό το στόμα, να μου λέει ότι το σύμπαν είναι άπειρο, ότι δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος, ότι υπάρχει από πάντα και παντού και δεν το δημιούργησε κανένας. Ο θείος μου Μιχάλης ήτανε κουμουνιστής ως το μεδούλι και άθεος σαν τα σπουργίτια. Κάποτε τον ρώτησε μία κυρία: κύριε Μιχάλη, από πού κατάγεσαι; Και κείνος της απάντησε ήρεμος: απ' τον πίθηκο.



Δεκαπενταύγουστο και, λόγω της γιορτής, είχα πάει, κατά τις 11 το πρωί, να κουρευτώ. Μπήκα στο σπίτι και βρήκα ένα θείο Μιχάλη στα χειρότερά του. Μελαγχολικός και αμίλητος. Ήτανε μερικές μέρες σε διάσταση με το ούζο. Κάθισα στην ψάθινη πολυθρόνα του κουρείου και τον κοίταζα μέσα στο μεγάλο καθρέφτη. Έβλεπα μια καταχνιά, έβλεπα τη Μεγάλη Παρασκευή προσωποποιημένη. Περίμενα, με την άσπρη πετσέτα στο λαιμό μου, ν' αρχίσει το κούρεμα. Στεκόταν από πάνω μου, ακίνητος για ώρα, σα να σταμάτησε ο χρόνος. Ξαφνικά, πήγε κι έφερε ένα μεγάλο μπουκάλι και, με φωνή σαν λυγμό, μου είπε: πες του Ηλία να στο γεμίσει. Πήγα και του 'φερα, απ' το καφενείο, το μπουκάλι γεμάτο. Ήπιε τρεις μεγάλες γουλιές σαν νερό και εγώ ξανακάθησα να με κουρέψει. Στον μεγάλο καθρέφτη, είδα την αστραπιαία μεταμόρφωση, την αναγέννηση του θείου μου και άκουσα το ψαλίδι στο χέρι του να κελαηδάει γλυκά. Τα μάτια του γελούσανε, το πρόσωπό του άστραφτε. Τώρα η ζωή ήταν ωραία. Όση ώρα με κούρευε, μιλούσε ασταμάτητα, για όλα: για το σύμπαν, για τον καινούργιο σοσιαλιστικό άνθρωπο, για το θάνατο που είναι και ζωή μαζί, για το παστό σκουμπρί του, το καμάρι του, για το πόσο κολακευότανε που τον αγαπούσα, για όλα.
Έφυγα αφήνοντας τον κυρ Μιχάλη στην πρόσκαιρη ευτυχία του, στα ονειροπολήματά του, και το μπουκάλι με ούζο αρκετό, να περάσει την υπόλοιπη μέρα του. Αύριο, πάλι απ' την αρχή, στον ίδιο δαιμονικό κύκλο, που τελειωμό δεν έχει. Ποιος άραγε θα νικούσε στο τέλος; Η δύναμη της λογικής του, τη φορά που θ' αποφάσιζε να το κόψει δια παντός, ή η αδυναμία της ψυχής του, όπου η περιστασιακή του «διαβόλου παρηγορία» είχε εξελιχτεί σε ασίγαστη ανάγκη, σε εξάρτηση;
Έφυγα σκεφτικός και με ανάκατα συναισθήματα. Δεκαπεντέμιση χρονώ, στην άχαρη ηλικία.


Στο σπίτι, γύρω στις 9 το βράδυ, είχε αρχίσει η συζήτηση πάνω στο παλιό καυτό θέμα, πότε τ' αγόρι γίνεται άντρας. Εμένα δε μου έφευγε απ'το μυαλό η εικόνα του θείου μου Μιχάλη και το μονόπρακτο δράμα που παίχτηκε μπροστά στα μάτια μου, μόλις εννιά ώρες πριν. Κάποια στιγμή ένιωσα την ανάγκη να κάνω κάτι για το θείο μου, κάτι ηρωικό. Να εκθειάσω το ούζο, να κηρύξω ότι, όποιος δεν πίνει, παράδεισο δε βλέπει. Να διαδώσω ότι ο θείος μου, όταν πίνει, είναι ο καλύτερος κουρέας του κόσμου.
Πήρα την απόφαση και μπήκα στο δωμάτιο, όπου συνεχιζότανε ο πελοποννησιακός πόλεμος. Σπαρτιάτες εναντίον Λυσιστράτης. Τους έκοψα απότομα την κουβέντα κι άρχισα να μιλάω δυνατά: Θέλω να σας πω και 'γω πότε το αγόρι γίνεται άντρας. Γίνεται άντρας την πρώτη φορά που θα πάει με τους φίλους του σε μία ταβέρνα, θα πιει πολύ ούζο ανέρωτο, θα μεθύσει, θα γίνει φέσι, τύφλα, σκνίπα αν προτιμάτε, θα τραγουδήσει, θα χορέψει ζεμπέκικο για πρώτη φορά στη ζωή του και, όταν όλα γύρω του και μέσα στο κεφάλι του θα γυρίζουνε σαν το γύρο του θανάτου, θα πληρώσει το λογαριασμό και θα κινήσει αργά-αργά για το σπίτι, τρεκλίζοντας ναι, αλλά άντρας, κλαίγοντας στη μέση του δρόμου ναι, αλλά άντρας. 
Τα είπα κι έφυγα απ'το δωμάτιο τρέχοντας. Βγήκα και γύριζα στους χωματόδρομους της Κοκκινιάς, που όλα τα γλυκαίνει και όλα τα χωρεί. Η Κοκκινιά!
Μαντόνα και αλήτισσα
Ρωμιά κι'ανατολίτισσα!


Στα χρόνια που ακολούθησαν, η ζωή του θείου μου Μιχάλη δεν άλλαξε σε τίποτα. Ίδιο το σπίτι, ίδιο το κουρείο, ίδιο το παστό σκουμπρί, ίδιος ο λυτρωτής και δήμιός του, το ούζο, ίδιες οι αποτυχημένες απόπειρες να το ξεριζώσει από μέσα του, ίδια και τα στρογγυλά μυωπικά γυαλιά του. Ποτέ δεν παραπονέθηκε για τίποτα. Φερόταν πάντα σαν η ζωή να του 'χε δώσει όλα τα καλά. Με τον καιρό, φαινόταν καθαρά ότι δε θα τα καταφέρει να αποδράσει απο τον ακριβοπληρωμένο με περισσή κόλαση φευγαλέο παράδεισό του. Δε θα νικήσει η λογική του, θα κυριαρχήσει απόλυτα η αδυναμία του, η ευάλωτη ψυχή του. Άλλωστε, πότε η λογική νίκησε, όταν τα 'βαλε με τις αδυναμίες και τα χούγια των ανθρώπων; Και, πάει στο διάολο, άνθρωπο χωρίς αδυναμίες τι να τον κάνεις; Να φοβερίζεις τον Γιαννάκη, για να τρώει το φαΐ του;


Τα Χριστούγεννα του 1970, πήγα με την παρέα μου τετραήμερη στα Γιάννενα. Προπαραμονή επισκέφτηκα το θείο μου Μιχάλη, για ένα γιορτινό κούρεμα. Τον βρήκα πολύ πεσμένο, αν και δεν ήτανε σε «νηστεία»! Μιλούσε λίγο και ανόρεχτα. Με κούρεψε, μου ευχήθηκε -καλό ταξίδι- και με συμβούλεψε να προσέχω.
Όταν, τρεις μέρες μετά τα Χριστούγεννα, επιστρέψαμε στην Κοκκινιά, το σπίτι του καλού μου θείου ήταν άδειο, το κρυφό κουρείο νεκρό κι εκείνος, απ' τη μια μέρα στην άλλη, χαμένος στο άπειρο, στο αγαπημένο του σύμπαν που ούτε αρχή ούτε τέλος έχει.
ΤΕΛΟΣ


Από το 1970 μέχρι και σήμερα, σαράντα τόσα χρόνια, για τη μνήμη του θείου Μιχάλη, ο Φάνης ( Αναβάλογλου) δεν ξαναπάτησε σε κουρείο. Τον κουρεύει, στο σπίτι, η Πιπίνα.

 

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013 11:57

Σχόλια   

0 # Σαββίδου Ιωάννα 25-12-2012 20:46
Σημασία δεν έχει ποιός σε κουρεύει, σημασία έχει ποιός σε στέλνει να κουρεύεσαι.
Παράθεση
0 # Κατερίνα Χαρμπή 24-07-2012 23:03
Χαίρομαι που όλη η Ελλάδα που αγαπώς ζει ακόμα μέσα σε κάποιους ανθρώπους που η μοίρα τά 'φερε να τους γνωρίσω.
Παράθεση

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: