Ο κ. Καραποστόλης μας ξεναγεί στη δεκαετία του '60.

 

Με έχει πάρει από το χέρι αρκετές φορές*. Με τρυφερότητα και με σεβασμό. Και με έχει οδηγήσει σε πρόσωπα και σε μέρη γνωστά και οικεία. Αλλά, σαν τους μάγους των παραμυθιών, κάθε φορά όλα γύρω μου τ’αλλάζει.

Με μια φυσικότητα, όμως, τέτοια, που το καινούργιο δε με ξενίζει. Είναι όλα εκεί, ίδια, και ταυτόχρονα είναι και κάτι άλλο. Είναι λόγω αυτής της περίτεχνης σύνθεσης που άνθρωποι και πράγματα εκπέμπουν ένα φως ιλαρόν που με συμφιλιώνει νηφάλια με τα βαθύτερά μου. Κι έτσι μεταμορφώνομαι σε κάτι διαφορετικό. Σε κάτι που βλέπει πιο καθαρά και δίχως κάδρα τους ανθρώπους με τους οποίους μπλέχτηκα και έπαθα και λίγα έμαθα, αλλά και τους άλλους, τους μικρούς και μεγάλους μακρινούς, που με ταρακούνησαν. Μιλάω για ένα συγγραφέα, που δεν κυνηγάει σαν έπαθλο του έργου του κάποιο θρόνο / ρόλο, ούτε καταφθάνει για να μας ξυπνήσει / φοβίσει με μαύρα μαντάτα. Το σμίλευμα της αυτογνωσίας μας, γι’αυτό κοπιάζει. Μιλάω για τον κ. Βασίλη Καραποστόλη, που όλο το έργο του μοιάζει να είναι μία κόντρα στο ονοματεπώνυμό του. 

Το τελευταίο βιβλίο του ολίγον μεγαλύτερού μου κ. Καραποστόλη, με τίτλο « Η εποχή της όρεξης», έχει ως θέμα του τη δεκαετία του ’60 στην Αθήνα. Παιδάκι πράμα ήταν τότε, γόνος μιας μεσοαστικής οικογένειας, που μεγάλωνε σε κάποια γειτονιά της Αθήνας. Από εκείνα τα χρόνια παίρνει αμπάριζα, από τα σημάδια που άφησαν εντός του. Τώρα, από τη γωνιά των 60 του χρόνων και κάτι, αφήνει σε κοινή θέα τα σημάδια εκείνα για να τ’αγγίξουμε κατευθείαν. Μα πιο συχνά, βραχυκυκλώνοντας τον εφηβικό εγωισμό, τα ραβδοσκοπεί και εν τέλει τα μεταπλάθει σε ένα τσίλικο τοπίο γεμάτο με εκφραστικούς και αεικίνητους ανθρώπους, που ξεδιπλώνουν τα φτερά τους άλλοτε για να βγάλουν ίσα ίσα τη μέρα και άλλοτε για να πετάξουν ψηλά σε μια απέλπιδα προσπάθεια να ξεφύγουν από τα βάσανά τους. 

Άνθρωποι μεγαλύτεροί του, συνομήλικοί του, πρόσωπα γνωστά και άγνωστα, ντόπιοι, εσωτερικοί μετανάστες, πρόσφυγες, είναι όλοι εκεί. Ένας θίασος που αυτοσχεδίαζε αγωνιζόμενος νυχθημερόν στα πολλά ανοιχτά μέτωπα της εποχής. Με μια εσωτερική δύναμη, που τους έκανε να μην κωλώνουν στα δύσκολα και που η λάμψη της, λόγω της κατάφασης στη ζωή, συχνά πυκνά έσβηνε τις σκιές και τα πάμπολλα ελαττώματά τους. Πολλά από αυτά πήραν κεφάλι στα χρόνια της Χούντας, θέριεψαν στα χρόνια της μεταπολίτευσης και είναι πια η πιο ορατή πλευρά των τρόπων μας μας. Σ’εκείνα τα χρόνια έχουν τις ρίζες τους συμπεριφορές που απογείωσαν αυτό το μπάχαλο, που πια μας δυναστεύει. Τότε, όμως, τα φάλτσα αυτά ήταν ανάμεσα πάγκου και εξέδρας. Οι τότε πρωταγωνιστές έβρισκαν το κουράγιο να δίνουν περισσότερα από όσα είχαν και ήταν πάντα έτοιμοι να ριχτούν στη μάχη, μόνοι τους ή μαζί με άλλους. Για πάρτη τους ή και για το κοινό καλό. Αυτός ο φωτεινός εαυτός εκείνων των ανθρώπων ήταν το κίνητρο του Καραποστόλη, για να επιστρέψει στην εποχή της όρεξης. Πιστεύει πως από τέτοια παραδείγματα έχουμε ανάγκη σήμερα, μπας και μας εμπνεύσουν. Σκιαγραφεί με ακρίβεια αυτό που κάποτε υπήρξε το ζωντανό κύτταρο αυτής της χώρας και που ίσως κάπου παραφυλάει για να βγει ξανά στο φως μεταμορφωμένο, μοχθώντας όπως τότε. Και ίσως έτσι καταφέρει ο οποιοσδήποτε να παράγει ένα έργο για το οποίο θα νοιώθει περήφανος, έχοντας παράλληλα την απόλαυση των χαρών της ζωής σε περίοπτη θέση. Γι’αυτό κι ο Καραποστόλης αναβιώνει το τότε στήνοντας, όμως, πολλές γέφυρες με το τώρα. Μάλλον για το λόγο αυτό το δοκίμιό του μας κέρδισε.

Στη σύγχρονη ιστοριογραφία, όλοι θεωρούν πως η δεκαετία του ‘60 έχει με το σπαθί της κατακτήσει μια αξιοζήλευτη θέση. Μπορεί κάποιες επόμενες γενιές να βρουν κοιτάσματα του χρυσού που θα έχουν ανάγκη σε άλλες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Αλλά αυτοί που την έζησαν και οι επίγονοί τους εξακολουθούν να μην έχουν καμία αμφιβολία πως, τόσο εδώ σ’εμάς όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο, αυτά που συνέβησαν τότε, σε κοινωνικό και πολιτικό πεδίο, άνοιξαν νέους ορίζοντες. Και είναι σίγουροι οι συμμετέχοντες πως ένοιωσαν, έστω και για μία  αθάνατη στιγμή, να φυσάει στα πανιά τους ένα ολόφρεσκο αεράκι από και προς το «άλλο», το απίθανο και υπέροχο συνάμα. Ο επίγονος Φατμέ Πορτοκάλογλου εύστοχα μίλησε για αυτούς τραγουδώντας «…κάτω από τα μουστάκια τους/ γελάνε οι παλιοί/ έχουν βλέπεις πίσω τους/τη λάμψη του εξήντα/καθάρισαν αυτοί…». Οι κρίσεις, φυσικά, κινούνται από το ένα άκρο στο άλλο. Ούτως ή άλλως, όμως, μιλάμε για μια ιδιαίτερη δεκαετία, είτε συνοδεύοντάς την με το επίθετο επαναστατική είτε χαρακτηρίζοντας το πνεύμα της ως ανεύθυνο και ηδονοθηρικό είτε αποκαλώντας την κουλτούρα της ναρκισσιστική. Αν και ελάχιστο βήμα δίνει ο Καραποστόλης στους γενικότερους εκείνους όρους που φυτίλιασαν την ανήσυχη νεολαία της εποχής, πετυχαίνει εν τούτοις να αντιληφτούμε τον απόηχο των πολιτικών και πολιτιστικών ρευμάτων που έφθαναν εδώ από τον αναβρασμό στο εξωτερικό. Φαίνεται, όμως, να υποστηρίζει πως, σε αντίθεση με τη δύση, όπου αυτό που την ταρακούνησε ήταν επί μέρους κινήματα διαμαρτυρίας, σ’ εμάς «…κάτι αλήθεια άλλο συμβαίνει εδώ/κάτι τρομερό/κάτι πλούσιο και παράξενο/σαν τοπίο του βυθού…», κάτι που, με άλλα λόγια, ήταν πιο κοντά σε μία ειρηνική επανάσταση της καθημερινότητας. 

Είχε προηγηθεί η αντίσταση και ο εμφύλιος. Οι αντίπαλοι του εμφυλίου άρχισαν, μέσα στη δεκαετία του ’50, και με τα χίλια ζόρια, να ξαναφτιάχνουν απ’ την αρχή τις ζωές τους και τα σπιτικά τους. Και όταν κουτσά στραβά το πέτυχαν αυτό, αυτοί που έμειναν εδώ μαζί με τα παιδιά τους, όσοι δηλαδή δεν αναγκάστηκαν να κυνηγήσουν την τύχη τους στις Γερμανίες και τις Αυστραλίες, αποφάσισαν να βγαίνουν από τα σπιτάκια τους που πια δεν τους χωρούσαν, αφήνοντας πίσω τους φόβους τους. Οι εξοδούχοι συναντιόντουσαν στους δρόμους και στα πεζοδρόμια, στην αγορά στα εργοστάσια, στις οικοδομές και στις μικρές επιχειρήσεις, στις ταβέρνες, στις μπουάτ και στα καφενεία, στα αμφιθέατρα, στους συλλόγους, στα σινεμά, στα θέατρα και στα αυτοσχέδια πάρτυ, όλο και πιο πολλοί, όλο και πιο συχνά, όλο και πιο ανοιχτοί. Έτσι ο κόσμος άλλαζε την εικόνα που είχε για τον εαυτό του, ζύμωνε καινούργιες αναζωογονητικές σχέσεις και  ευρύχωρους ρόλους για να τους βάλει στη θέση των παλιών που τον στένευαν. Από το Κυπριακό στο 1-1-4 και από εκεί στον Ανένδοτο, έμαθε να αντιμετωπίζει στα ίσα τη βία μιας αυταρχικής και συντηρητικής εξουσίας, που κρατούσε το μισό πληθυσμό στον πάγο. Μία επιθυμία αλλαγών διαπερνούσε το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας, που δυνάμωνε σιγά σιγά την αυτοπεποίθησή της. Η χαρά για τη ζωή των σχέσεων ήταν το βαθύτερο κίνητρο γι’αυτήν την έξοδο; Μάλλον προς τα εκεί φαίνεται να κλίνει ο Καραποστόλης.

Με τη χρήση λέξεων και φράσεων εκείνης της εποχής, σε υπέροχες μεταφορές και συλλογισμούς, με έξοχα περάσματα από την προσωπική μαρτυρία στο δοκιμιακό σχολιασμό και με μια Ολύμπια μετριοπάθεια στο πνεύμα της Μαοϊκής ρήσης «αφήστε όλα τα λουλούδια ν’ ανθίσουν», ο Καραποστόλης κατάφερε να με κάνει να αισθανθώ και να σκεφτώ έναν κόσμο που τον έζησα τόσο μικρός, ώστε δεν προλάβαινα να τον βυθοσκοπήσω. Ο χαμηλών τόνων τρόπος του δεν σου επιβάλλει μία ολικής χρήσης κι ευκολοχώνευτη ανάπλαση εποχής και ένα ανιστορικό ψυχογράφημα του Έλληνα, ούτε σου στέλνει ένα μονοσήμαντο μήνυμα, αλλά σου επιτρέπει να σκεφτείς την ποικιλία και τις πολλές πλευρές και να τα συμπληρώσεις, βάζοντας στο παιχνίδι και τις δικές σου εμπειρίες και τα δικά σου «πιστεύω». Γι’ αυτό είχα συνεχώς την αίσθηση πως εισέπραττα μία πρόσκληση για συζήτηση, που δε μου άφηνε περιθώρια να με φανατίσει η καθετότητα του «συμφωνώ με όλα» ή «διαφωνώ με όλα». Από αυτή τη σκοπιά το βιβλίο παίρνει άριστα.

Μέσα από τις σελίδες ξεπροβάλλει ο μικρούλης Λάκης που σε αρκετές διαδρομές συναντά το μικρό Βασίλη. Με είδα να τριγυρίζω μέσα σε σπίτια που με φούρια άλλαζαν από την έλευση των καινούργιων προϊόντων – ηλεκτρικών και άλλων καταναλωτικών - που έκαναν πιο εύκολη τη ζωή. Έκατσα κι εγώ δίπλα σε γείτονες και συγγενείς  που πάντα εύρισκαν χρόνο για κουβεντολόι και χάζεμα, που διεκδικούσαν πολλά και απολάμβαναν τα λίγα που είχαν. Άκουγα κι εγώ, με ανοιχτό το στόμα, έναν θυμόσοφο κυρ-Αντρέα να φιλτράρει τα γεγονότα με τη σοφία της ανατολής και τα μαρτύρια της αριστεράς, τότε που το «μπορώ» υπερείχε του «είμαι». Πέρασα για θελήματα από μαγαζάκια ανθρώπων που έκαναν παπάδες με τα χέρια τους. Χάζεψα παρακολουθώντας τους κι αργότερα έλεγα πως είχαν αυτό που λέμε μεράκι για την ταπεινή τους τέχνη. Παραμυθιάστηκα επαρκώς από το ραδιοφωνικό θέατρο της Δευτέρας και χώθηκα με φίλους σε σινεμά, για να γελάσω και να κλάψω μαζί με άλλους. Έπαιζα ασταμάτητα χιλιάδες ομαδικά παιχνίδια στους χωματόδρομους και στις αλάνες, ξένοιαστος και μες την τρελή χαρά. Και θυμάμαι ακόμα τα θαυμαστικά που ακολουθούσαν όσα έφταναν στ’ αυτάκι μου για τον Λαμπράκη και τους Λαμπράκηδες που σήκωναν γενναία το κεφάλι και ζέσταιναν καρδιές, ιδιαίτερα του φοιτητόκοσμου και στις φτωχογειτονιές. Όσο για τον αντιχιτλερικό "Μικρό Ήρωα" και τις αστυνομικές "Μάσκες", η μάνα μου, που μου τα απαγόρευε - εν αντιθέσει με τη μάνα του Βασίλη - θα πρέπει να είχε πάθει πλάκα. Τα έβρισκε κρυμμένα παντού, ακόμα και πίσω από τις εικόνες.

Αργότερα, επί Χούντας, που οι νεώτερες παρέες πήραν τη σκυτάλη από του ’60 τη γενιά, ήπια κι εγώ με φίλους και συμμαθητές λίγο βερμούτ σε αυτοσχέδια πάρτυ, χόρεψα σαν αρκούδι τους εισαγόμενους χορούς, ταξίδεψα με τους σπινταριστούς ήχους των ξένων τραγουδιών όπου με προέτρεπαν να αμφισβητήσω, να ξεδώσω και να ερωτευθώ μέχρι θανάτου. Τα έκανα όλα, αλλά πιο πολύ στη φαντασία μου. Και άλλα πολλά, που αναπλάστηκαν ή εκτελωνίστηκαν από τη γενιά της δεκαετίας του ’60 και μεταποιήθηκαν μετά από μας.

Όταν ο Καραποστόλης περιγράφει το ζεϊμπέκικο που χορεύει ένας άνδρας σε ένα οικογενειακό γλέντι, μ’ έπιασε το ίδιο ρίγος με αυτό που κάποιες φορές με διαπερνούσε στα τέλη της δεκαετίας του ’70, τότε που έβλεπα το Γιώργο Π. και τη Γιωργία Σ., φίλοι μου από τότε, να ανοίγουν την καρδιά τους με τη βοήθεια αυτού του χορού. Και όταν διάβασα για το τσιφτετέλι μιας κυρίας, είχα την ίδια ευφορία που με έπιανε όταν η Τούλα Τ., στα ίδια γλέντια, χόρευε τα δικά της λαχταριστά τσιφτετέλια. Προς το τέλος, και στον κύκλο των δημοτικών της παρέας, βούρκωσα. Σαν αστραπή τότε πέρασε από τη σκέψη μου ο φίλος μου ο Νίκος Μ. Όχι για τις πολλές φορές που μας έχει κάνει να γελάσουμε με ένα γέλιο καθαρό, αλλά για τις φορές που μ’ έχει κάνει να δακρύσω μιλώντας για συμβάντα της ζωής, που όσα κι αν είναι τα λουλούδια της, πάντα, πολύ περισσότερα είναι τ’ αγκάθια της. Απέναντι, λοιπόν, στον πόνο και την αδυναμία του όποιου άλλου, η στάση ζωής και το βάλσαμο της σκέψης του Νίκου,  κάμποσες φορές  με έχουν συγκινήσει. 
Θέλω να πιστεύω πως αυτή η ανθεκτική ευαισθησία είναι και αποτέλεσμα των λουλουδάτων σκαγιών της δεκαετίας του ' 60 που δέχτηκαν κάποιοι από εμάς.


Ως προς τα βιβλίo, το ερώτημα εξακολουθεί να είναι το αρχικό, το πανάρχαιο. Μπορούν οι τυπωμένες λέξεις και οι φράσεις όταν αφηγούνται ιστορίες και διατυπώνουν σκέψεις, να ενσταλάξουν στο βλέμμα και στη συνείδηση του αναγνώστη μια καλοδεχούμενη δροσοσταλίδα  ή η επίδραση της μαγείας τους και της δύναμής τους κρατά όσο και το διάβασμα; Το «Η εποχή της όρεξης» με επηρέασε τόσο, ώστε μετά από ένα μήνα, επιπόλαια βεβαίως και βιαστικά, ψέλλισα «ναι», μπορούν. 

Ταιριαστά με το ύφος του βιβλίου είναι τα τραγούδια του Ν.Ξυδάκη. Σαν ιδανικό συμπλήρωμα του περιεχομένου, πιστεύω πως είναι αρκετά τραγούδια του Δ. Σαββόπουλου και πιο πολύ τα «Ήλιε ήλιε αρχηγέ», «Εμείς του ‘60», «Πρώτη του 2000», και «Μέρες ραδιοφώνου». Σταφύλια, πεπόνια, ροδάκινα και σύκα είναι ό,τι πρέπει για να συνοδεύσουν την ανάγνωσή του. Και αν βρείτε και καλό βερμούτ, ακόμα καλύτερα. Τέλος, πολλές και ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τους Λαμπράκηδες μπορείτε να βρείτε στο μπλογκ www.lamprakides.gr.
 

*Από τα βιβλία του Καραποστόλη – καθηγητής Πολιτισμού κι Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών – ασυζητητί: το δοκίμιο για την πολιτική ηθική των Ελλήνων από το ’21 έως τις μέρες μας « Διχασμός και εξιλέωση» - 2010 και τα τρία διηγήματα «Χορεύοντας μόνη» - 2008. Επίσης, το δοκίμιο για την τέχνη της παραμυθίας «Τα Ενάντια» - 2002, το δοκίμιο για την αναχώρηση από τα οικεία για ταξίδια - περιπέτειες, «Ο εαυτός χωρίς πυξίδα» - 1999 και η μελέτη για το ανάμεσα στο ναι και το όχι της Αθήνας, «Χειροποίητη πόλη» - 1995.

 

Τελευταία τροποποίηση στις Σάββατο, 09 Μαρτίου 2013 07:14

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: