Γιατρέ μου

 

Σε θυμάμαι, στο πίσω θρανίο να δίνεις απαντήσεις σ’ όλα. Όχι μόνο στα θετικά αλλά και στα θεωρητικά.  Τα ήξερες όλα.  Σε φώναζα γκουρού.

Στις  παρέες μας;  
Έπαιζες κιθάρα ( καλύτερα απ’ όλους) μ’ εκείνα τα λεπτά σου δάκτυλα  που τώρα χρησιμοποιείς για να χειρουργείς.  Διάβαζες τα πάντα ( πώς προλάβαινες…) και πρόσφερες  απαντήσεις σ’ όλους και πληροφορίες   για όλα, τους Pink Floyd, το ΚΚΕ, τα γεγονότα της μεταπολίτευσης, τις επιπτώσεις του καπιταλισμού.

Στις πανελλήνιες  το μόνο σου άγχος ήταν,  αν θα περάσεις Αθήνα. Πέρασες από τους πρώτους. 

Αργότερα , στο Πανεπιστήμιο κατάφερες να ξεπεράσεις το φόβο σου για το αίμα, τις ναυτίες που σου προκαλούσαν τα πτώματα, τις  άπειρες λεπτομέρειες της ανατομίας, τις οικονομικές δυσκολίες της οικογένειας σου. 

Τελείωσες από τους πρώτους.  Πήγες στρατό και μετά  πέρασες πέντε δύσκολα χρόνια στα Νοσοκομεία της πρωτεύουσας.  Δύσκολες βάρδιες, η ανασφάλεια της διάγνωσης, ο πόνος των ασθενών, οι κακές συνθήκες…

Μέσα σ’ αυτά τα χρόνια έμαθες τη τέχνη της θεραπείας. Η θεραπεία είναι τέχνη δεν είναι επιστήμη μοναχά.  Εκεί κοντά στα τριάντα πέντε  σου έγινες αυτό που προσπαθούσες τόσα χρόνια.  Το άξιζες και το αξίζεις. 

Πώς είναι δυνατόν, Γιατρέ μου,  να περιμένεις το φακελάκι σαν τον  μπράβο που κάνει πόρτα σε μπαρ;

Πώς είναι δυνατόν,  Γιατρέ μου,  να μάθεις τη τέχνη της θεραπείας και να ξεχάσεις τη τέχνη της αξιοπρέπειας; 

 

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2013 15:08