Ο τρελός και το παράθυρο

 

Μια φορά μ 'έναν καιρό μέρες συννεφιασμένο ένας τρελός γνώρισε μια ηλιαχτίδα.
Ο δικός μας τρελός έπασχε από έντονη και συνεχή κατάπληξη. Έτσι, κλεινόταν στο θάλαμο 9, που του προσέφερε ηρεμία και σφυγμό δευτερολέπτου.

Είχαν περάσει μήνες στο μονό κρεβάτι, είχαν περάσει άνθρωποι και είχαν φύγει τρελοί. Για το καλό του, ήταν δεμένος χειροπόδαρα. Άλλωστε, δεν ξέρετε πόσο απροστάτευτος είναι ένας καταπληκτικός. Τα λουριά στα κρεβάτια των ψυχιατρείων, σκεφτόταν, είναι η κουβέρτα των τρελών. Κοιμόταν και ξυπνούσε με ασφάλεια, μέχρι εκείνο το πρωί που σκόνταψε πάνω του η ηλιαχτίδα.

Σκόνταψε, κι απ' τις τσέπες της σκόρπισαν τα μαντάτα της αυλής, της πύλης, του δρόμου και του κόσμου. Το πέρασμά της απ' τα στόρια του παραθύρου αναστάτωσε όλους τους κόκκους ελεύθερης σκόνης. Τη γνώρισε, τη θαύμασε, την ερωτεύτηκε δίχως άλλο. Βρήκε κάτι γνώριμο σε κείνη πάνω του. Ξετρύπωνε εκείνη μες στο δωμάτιο, έκρυβε αυτός τη ναυτία, το μούδιασμα και τα ξερατά του. Ήταν αγάπη. Και θα ήταν αγάπη, αν δε διάβαζε αυτό το εξιτήριο. Του το 'παν κι οι γιατροί, ήταν έτοιμος να φύγει. Αρνήθηκε, μα αρνήθηκαν. Τρόμαξε. Πώς θα βλέπει την ηλιαχτίδα του τώρα, με τόσο φως. Απ' το τσακισμένο στόρι ξετρύπωσε και του χάιδεψε το χέρι. Πώς να της πει τι θα συμβεί. Ακόμα κι αν έφευγε μαζί του, δε θα την ξεχώριζε ξανά. Θύμωσε.
-Δεν είσαι τόσο όμορφη τώρα που δεν είμαι πια δεμένος.
Του χαμογέλασε, δεν κατάλαβε πως φεύγει. Ήταν η πρώτη κουβέντα που τον άκουσε να λέει. Πείσμωσε.
-Ούτε κι εσύ τόσο τρελός.

Το ηχητικό περιβάλλον μέσα στο οποίο διαμορφώθηκε αυτό το γραπτό, μπορείτε να το ακούσετε πατώντας εδώ

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 07 Μαΐου 2013 17:50

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: