Στις 29 Οκτωβρίου του 1900 γεννήθηκε στη Σμύρνη ο Γιώργος Σεφέρης

 

και πέθανε στις 20 Σεπτεμβρίου του 1971, στην Αθήνα. Επειδή δεν είμαστε σίγουροι πως όλοι, όσοι δουν τον τίτλο αυτού του άρθρου, γνωρίζουν ή θυμούνται ποιος είναι ο Σεφέρης, κάνουμε μια μικρή υπενθύμιση.
Παρόλο, λοιπόν, που και στο σχολείο από χρόνια τώρα τον διδάσκουν και έχει μελοποιηθεί από Θεοδωράκη, Μαρκόπουλο και άλλους, τα λέμε κι εμείς. Ποιητής ήταν ο άνθρωπος. Σεφεριάδης ήταν το πραγματικό όνομά του. Το 1927 διορίστηκε στο υπουργείο εξωτερικών. Υπηρέτησε ως ακόλουθος και πρέσβης σε πολλά ελληνικά προξενεία.
 
Το 1931, εκδίδει την πρώτη του συλλογή, "Η Στροφή" - όνομα και πράμμα. Δηλαδή στροφή ως προς όλα αυτά που ήσαν οι κανόνες στην ελληνική ποίηση μέχρι τότε. Η ποίηση του Σεφέρη έφερε όντως μια νέα πνοή τόσο ως προς τη θεματολογία της όσο και ως προς τη μορφή της. Έφερε στην Ελλάδα το μοντέρνο της Ευρωπαϊκής ποίησης που το εξέφραζαν πιο πολύ ο Έλιοτ και ο Πάουντ. Αλλά αυτό το έκανε μ'εκείνον τον ενορατικό τρόπο που έχουν οι Έλληνες να αφουγκράζονται τα γεγονότα, να τ'αλέθουν με τις πανάρχαιες λέξεις τους και να τα διαχέουν μετά όμορφα στην ιστορία, ξαναγράφοντάς την - για ένα πουκάμισο αδειανό, για μια Ελένη. Εκτός από ποιήματα, έγραψε κι ένα μυθιστόρημα – "Έξι νύχτες στην Ακρόπολη" - έκανε μεταφράσεις και εξέδωσε αρκετά δοκίμια.

Το 1963, γίνεται ο πρώτος Έλληνας που βραβεύεται με Νόμπελ Λογοτεχνίας. Τον Μάρτη του 1969, μίλησε για πρώτη φορά δημόσια για πράγματα πολιτικά. Αιτία ήταν το στρατιωτικό καθεστώς, και η Χούντα του αφαίρεσε όλους τους τίτλους που του είχαν απονεμηθεί για την εργασία του. Η κηδεία του, το '71, εξελίχθηκε σε μια μεγάλη σιωπηλή διαδήλωση κατά της Χούντας.
 
Λίγο τα τραγούδια των Θεοδωράκη, Μαρκόπουλου, λίγο εκείνη η κηδεία, που η μούγγα της αντήχησε στα τρίσβαθα της πόλης ως κραυγή ελευθερίας, ήταν οι μαγνήτες που μας έφεραν κοντά στην ποίησή του. Μια ποίηση που βρήκε νέους τρόπους - αγγλοσαξωνικής υφής - και περπάτησε γυμνή στις εντός μας ξανθιές παραλίες για ν'αφήσει τα βαρύθυμα γριφώδη ίχνη της. Όπως, επίσης, υπήρξαν και κάποια φεγγάρια της ζωής μας που είχαμε ανάγκη από εκείνους τους κόκκους χρυσού, τους κρυμμένους στα άδυτα της Ελληνικής Ιστορίας, όπως την έγραψαν και την μαρτύρησαν οι ανώνυμοι κορυφοκατακτητές της. Κάποιους απ' αυτούς εξόρυξε με πολύ κόπο ο Σεφέρης και μας τους χάρισε. Πολύ τον ευχαριστούμε.
 
Πώς μας ήρθε αυτό το μίνι αφιέρωμα; Το πρωί ακούσαμε σε μια εκπομπή τα σχετικά για τη γέννησή του. Μετά, σκεφτήκαμε πως κάτι του χρωστάμε αυτού του ανθρώπου. Λοιπόν, κάτι σαν ένας μικρός φόρος τιμής. Αν κι αναρωτηθήκαμε, σ' αυτή την εποχή που ελάχιστοι νοιώθουν την ανάγκη της ποίησης, ποιος να αφιερώσει τον πολύτιμο χρόνο του για να απαγγείλει τον προ πολλού αρχαίο Σεφέρη; Και γιατί άλλωστε να το κάνει; Κανένας μάλλον, απαντήσαμε. Όσο για το "γιατί", ποτέ κανείς δεν ξέρει. Κι όμως, αυτό το αδύναμο "μάλλον", όσο και το αόριστο "ποτέ κανείς", ήταν η πρόκληση που μας έδωσε τη μικρή δύναμη να το κάνουμε. 
 
 
ΦΥΓΗ 
 
Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας
έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε
ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό
ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο
μέσα στο πρωινό χορτάρι
ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε 
να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας.
 
Η αγάπη μας δεν ήταν άλλη ψηλαφούσε
σιγά μέσα στα πράγματα που μας τριγύριζαν
να εξηγήσει γιατί δε θέλουμε να πεθάνουμε 
με τόσο πάθος.
 
Κι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε 
μ' όλη τη δύναμή μας άλλους αυχένες
κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα
εκείνου του ανθρώπου
κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη
μονάχα αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε
μέσα στη φυγή.

(Από το "Τετράδιο Γυμνασμάτων", 1934)
 

ΚΑΛΛΙΓΡΑΦΗΜΑ
 
Πανιά στο Νείλο,
πουλιά χωρίς κελάηδισμα με μια φτερούγα
γυρεύοντας σιωπηλά την άλλη,
ψηλαφώντας στην απουσία τ'ουρανού
το σώμα ενός μαρμαρωμένου εφήβου, 
γράφοντας με συμπαθητικό μελάνι στο γαλάζιο
μιαν απελπιστική κραυγή.

(Από το Ημερολόγιο Καταστρώματος Β', 1943)
 

ΣΤ'
( Από το "Επί σκηνής", 1966)

Πότε θα ξαναμιλήσεις;
Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας.
Σπέρνουνται, γεννιούνται σαν τα βρέφη
ριζώνουν θρέφονται με το αίμα.
Όπως τα πεύκα
κρατούνε τη μορφή του αγέρα
ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί
τα ίδιο τα λόγια
φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου
κι ο άνθρωπος έφυγε δεν είναι εκεί.

Ίσως γυρεύουν να μιλήσουν τ'άστρα
που πάτησαν την τόση γύμνια σου μια νύχτα
ο Κύκνος ο Τοξότης ο Σκορπιός
ίσως εκείνα.
Αλλά που θα είσαι τη στιγμή που θα'ρθει
εδώ σ'αυτό το θέατρο το φως;



Ι'
( από το "Θερινό Ηλιοστάσι", 1966)

Την ώρα που τα ονείρατα αληθεύουν
στο γλυκοχάραμα της μέρας
είδα τα χείλη που άνοιγαν
φύλλο το φύλλο.

Έλαμπε ένα λιγνό δρεπάνι στον ουρανό.
Φοβήθηκα μην τα θερίσει.



Τελευταίος σταθμός 

................................
..........................................
Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο,
άπληστος σαν το χόρτο, ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν,
σαν έρθει ο θέρος
προτιμά να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ'άλλο χωράφι
σαν έρθει ο θέρος
άλλοι να φωνάξουνε για να ξορκίσουν το δαιμονικό
άλλοι μπερδεύονται μες τ'αγαθά τους, άλλοι ρητορεύουν.
Αλλά τα ξόρκια τ'αγαθά τις ρητορείες
σαν είναι οι ζωντανοί μακριά, τι θα τα κάνεις; 
Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα;
Μην είναι αυτό που μεταδίδει τη ζωή; 
Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν.
.....................................
........................................
 5   Οκτωβρίου 1944

 

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 07 Μαΐου 2013 17:50

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: