PIAZZA SAN NICOLO

 

Πλατεία Αγίου Νικολάου Κοκκινιάς (Νίκαιας για τους ξενέρωτους).
Μια υποτυπώδης περιγραφή του χώρου. Άγιος Νικόλαος. Απέναντι από δεξιά της εκκλησίας η πλατεία. Απέναντι από την εκκλησία, στο κάτω μέρος της πλατείας, η οδός Οχτώ κατεβαίνει μέχρι τη γέφυρα.

Λίγο μετά την πλατεία αριστερά κατεβαίνοντας ο «Όμηρος». Καραμέλες χύμα σε βάζα να τρώει η μάνα και του παιδιού να μην δίνει (προτείνω αυτήν με τη γεύση βύσσινο και αυτήν με το μέλι και το σουσάμι). Δεξιά και αριστερά κάτω από τις σκάλες των σπιτιών του συνοικισμού κεμπάπ στο χέρι που δεν έχετε ξαναματαφάει. (Εκεί έτρωγε ο Πώπος – καθηγητής του Πανεπιστημίου της Βιέννης - και έτρεχαν τα σάλια του). Απέναντι από την είσοδο της εκκλησίας και λίγο πιο πάνω ο Αράμ Χατσατουριάν, «το καλύτερο σάμαλι του κόσμου»!

Ας περιοριστώ στην πλατεία, μην φτάσω μέχρι την Κονδύλη, γιατί θα φύγουμε από το θέμα. Έτσι πληθωρική και μαγική που φαντάζει στα μάτια μου η Κοκκινιά, θα με πάει και πιο πάνω και πιο κάτω και πιο αριστερά. Γάμησέ τα. Δραπετσωνίτης είμαι άλλωστε.
Πλατεία Αγίου Νικολάου. Κέντρο της γης για μένα, γεμάτη κόσμο, και τι κόσμο, αριστεροί, αριστερότεροι, αριστερότατοι, όλη η πλατεία μια παρέα. Είναι παραδίπλα και η ΠΕΝ στις δόξες της, βγαίνεις απ’ την ΠΕΝ, τσουπ στην πλατεία, φεύγεις απ’ την πλατεία, τσουπ στην ΠΕΝ. Ένα ατέλειωτο πανηγύρι, που συμμετέχουν όλοι και το χαίρονται όλοι. Δεν μπορεί κανείς να το σταματήσει, δεν μπορεί κανείς να το αμαυρώσει. Πολιτικές συζητήσεις και αντιπαραθέσεις, πειράγματα, ποδοσφαιρικά παιχνίδια στις τηλεοράσεις των καφενείων. Τόπος συνάντησης και εκστασιασμού. Μια γλύκα!
Αυτή η πλατεία σήμερα είναι νεκροταφείο. Όσοι την έζησαν όπως την περιγράφω και περνούν τώρα από εκεί τους πιάνει ένα σφίξιμο!
 

Πλατεία Κώστα Βάρναλη Δραπετσώνας, απέναντι από τον Άγιο Φανούριο.

Μια μικρή περιγραφή. Γύρω – γύρω πολυκατοικίες, κανένα καφενείο, κανένας Όμηρος, κανένας Χατσατουριάν. Όπου και να δεις πολυκατοικίες, όπου και να πας πολυκατοικίες. Πίσω από τον Άγιο Φανούριο το «Ανάκτορο», μονίμως συσκοτισμένο, έστω και φωταγωγημένο.
Όμορφη πλατεία, αλλά άδεια, χωρίς κόσμο, χωρίς ζωή. Κάτι γεροντάκια που ζεσταίνονταν το καλοκαίρι, κάθονταν στα παγκάκια, μπορεί και να μην μίλαγαν μεταξύ τους, κάνοντας την πλατεία θλιβερότερη. Όλη αυτή η κατάσταση χρόνια και χρόνια.

Έτσι ξαφνικά, από το 1999 μέχρι το 2000 περίπου (δεν τα πάω καλά με τις χρονολογίες), παιδιά και νέοι, για τρία συνεχόμενα χρόνια, άναψαν με την παρουσία τους στο κέντρο της θεοσκότεινης Δραπετσώνας κεριά, φώτα, προβολείς και ό,τι εξέπεμπε η ψυχούλα τους και τη φώτισαν από τη Γέφυρα έως τα Λιπάσματα. Και η πλατεία Κώστα Βάρναλη μετατρέπεται σε πλατεία Αγίου Νικολάου. Παρόλο που μεταξύ των δύο πλατειών έχουν μεσολαβήσει η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, η παγκοσμιοποίηση, η εποπτεία των Αμερικάνων σε όλο τον πλανήτη και έχουν επικρατήσει τα κινητά, τα μεταλλαγμένα, οι κλωνοποιήσεις και οι μαγνητικοί τομογράφοι, η πλατεία Κ. Βάρναλη αντιστέκεται, η πλατεία Κ. Βάρναλη επιμένει, να θυμηθούμε και τον Νιόνιο!
Κατάμεστη από αγόρια και κορίτσια, τόπος συνάντησης και διασκέδασης, οι πρώτοι έρωτες, οι πρώτες αμφισβητήσεις, οι πρώτοι προβληματισμοί, ώρες και ώρες χωρίς σταματημό. Ένα ποτάμι που λίγο σου βρέχει τα πόδια και γίνεσαι καλύτερος. Άλλη μια γλύκα!
Ένας κήπος λουλούδια χωρίς κανείς να φυτέψει τίποτα, συντηρήθηκε τρία χρόνια χωρίς κανείς να τον ποτίσει και μαράθηκε όπως η πλατεία Αγίου Νικολάου. Η πλατεία ερήμωσε, τα γεροντάκια δεν ξαναφάνηκαν, πού να πάνε σ’ αυτήν τη φασαρία, ανακάλυψαν και τα air condition, κάθισαν και δροσίζονταν σπίτι παρέα με την Αννίτα Πάνια. Κανείς δεν κατάλαβε πώς και γιατί.
 


Μονάχα ο Γιώργος Σεφέρης τριγυρνά σαν ξωτικό, πότε στη μια και πότε στην άλλη πλατεία μέσα στη νύχτα και παραμιλάει.

Δέσαμε την καρδιά μας και μεγαλώσαμε.
Για να βρεις τη δροσιά του βουνού πρέπει να ανέβεις ψηλότερα από το καμπαναριό  
κι  από το χέρι του Άι-Νικόλα
κάπου 70 ή 80 μέτρα δεν είναι πολύ.  
Κι όμως εκεί, λίγο ψηλότερα από το καμπαναριό, αλλάζει η ζωή σου.   
Δεν είναι μεγάλο πράγμα ν’ ανεβείς μα είναι πολύ δύσκολο ν’ αλλάξεις  
σαν είναι το σπίτι μέσα στην πέτρινη εκκλησιά και η καρδιά σου μέσα στο σπίτι που σκοτεινιάζει  
κι όλες οι πόρτες κλειδωμένες από το μεγάλο χέρι τ’  Άι-Νικόλα.

 

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013 12:29