Εκ Πειραιώς - όλοι οι χρόνοι εδώ και τώρα;

 

Όσο πάει, όλο και πλησιάζει η εποχή που ο παράδεισος κι η κόλαση δε θα είναι ίδιοι για όλους. Αυτό που πολύ σύντομα θα γίνει ο κοινός τόπος είναι πως η εκκλησία – η δικιά μας η μία άλλη – θα ευαγγελίζεται ότι τον καθένα τον περιμένει μια κόλαση ή ένας παράδεισος κομμένος και ραμμένος στα μέτρα του.

Όσο πιο ατομιστική θα γίνεται η εποχή μας, τόσο αυτό θα έχει σαν συνέπεια την αυξανόμενη δυσκολία να εντοπίζονται κοινά στοιχεία που θα ενώνουν και θα ομογενοποιούν τους ζωντανούς. Η ακατάσχετη δε έμφαση που δίνουν αυτοί, οι ζωντανοί, στην ιδιοκτησία αντικειμένων και ύλης, διαμορφώνει προσωπικότητες που παθαίνουν αλλεργία με τις αφηρημένες έννοιες και ιδέες. Κυρίως γι’ αυτούς τους δύο λόγους, ο κοινός παρανομαστής των εν ζωή αδελφών θα είναι το μέγα ζητούμενο, κι αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα ο προσωπικός παράδεισος ή κόλαση να μας κτυπάει την πόρτα. 

Φτάνοντας, λοιπόν, στην πύλη του παραδείσου μας, θα μας ρωτάει ο ευρισκόμενος εμπρός από ένα λάπτοπ μέγας θυρωρός, Πώς τον θέλουμε. Τι θέα επιθυμούμε να έχει, ποιους συνδεδεμένους φίλους, τι μουσικές θα ακούγονται στους δρόμους γύρω, ποιες ψυχές δένδρων θα μας ακολουθούν, ποια ολογράμματα ζώων θα ακτινοβολούν τις νύχτες κ.α. Με λίγα λόγια, τι σχήματα, τι χρώματα κι αρώματα επιθυμούμε για την αιωνιότητα που μας περιμένει. 
Τσίμπησα με τ’ αρώματα. Άρχισα να του αραδιάζω το ένα και το άλλο, όταν με διέκοψε και μου είπε ο μεγάλος, α, για την πρώτη χιλιετία μόνο εφτά μπορείς να μας παραγγείλεις. Κι αφού σκέφτηκα, οκ, μπάρμπα, είπα, θέλω μυρωδιά παστουρμά, πούρου, πεύκου βροχής, ιωδίου θάλασσας, κανέλας, νυχτολούλουδου και καφέ. 

Και μόλις είπα καφέ, βρέθηκα πίσω στη γη, γωνία Τσαμαδού και Γούναρη στον Πειραιά. Μια εξαίσια μυρωδιά φρεσκοκομμένου καφέ μου έσπασε τη μύτη. Κοίταξα και είδα στη γωνία ένα νέο καφεπωλείο. Ήταν το τσίλικο μαγαζί του Λουμίδη. Το μαγαζί αυτό με τις μεγάλες τζαμαρίες. Μπήκα μέσα κι αισθάνθηκα ευχάριστα την κυριαρχία του ξύλου οξιάς, του λευκού μάρμαρου, του μπρούτζου και τα χαμογελαστά πρόσωπα των καφεντυμένων πωλητριών. Εντύπωση μου προκάλεσαν τα διακοσμητικά στις μετώπες, στα χειροποίητα ντουλαπάκια και στους πάγκους. Φεύγοντας, μου πρόσφεραν κι έναν γευστικότατο καφέ φτιαγμένο στη χόβολη. 
Αργότερα, σκέφτηκα το γεγονός πως η παράγραφος αυτή μοιάζει σαν διαφήμιση, φανερώνει πόσο πολύ έχω επηρεαστεί από τη γλώσσα της. Αλλά υπάρχει κάποιος που να έχει ξεφύγει από τα δόντια της; 

Το πρώτο καφεπωλείον του Λουμίδη (τρία αδέλφια ήταν από την Κάρυστο) ανοίγει στον Πειραιά και συγκεκριμένα στην οδό Ρετσίνα, από το 1917. Ήταν το πρώτο μαγαζί στην Ελλάδα που πουλούσε τυποποιημένο καφέ. Το 1923 και για πολλές δεκαετίες, βρισκόταν στη γωνία όπου επέστρεψε σήμερα. 
Το ωραίο δεν είναι μόνο πως ένα καινούργιο μαγαζί ανοίγει στην προπολεμική θέση του, όταν δέκα άλλα βάζουν λουκέτο. Είναι κι ότι πρόκειται για ένα μαγαζί με ιστορία στον Πειραιά, αλλά  και για ένα αγαπημένο προϊόν. Και τα δυο αντέχουν κοντά έναν αιώνα. 
Διότι κάπως έτσι διαμορφώνεται και μιλάει το προσωπικό μας παρελθόν. Αν το δούμε σαν ένα δίχτυ, τότε, πέρα από τις ιστορικές στιγμές που κοσκινήσαμε και τα σημαντικά γεγονότα που ζήσαμε και ζούμε, αυτό το πλέκουνε και οι διαδρομές ανθρώπων από το σόι μας, των φίλων και των κοντινών μας, οι δικές μας επιλογές και περιπέτειες, καθώς και έργα που έγιναν στην πόλη μας ή εμβληματικά της σημεία. Όλα αυτά είναι οι ψηφίδες του δικού μας παρελθόντος. Όταν καταφέρνουμε να τις συναρμολογούμε και να το στήνουμε στα πόδια του, όταν δηλαδή  κρατάμε εν ζωή το παρελθόν μας, τότε μέσα από αυτές τις ψηφίδες του συμβαίνει να μιλάει ο κόσμος σ’ εμάς κι εμείς στον εαυτό μας και στους άλλους. Σε περιπτώσεις σαν κι αυτές, κυκλοφορούμε στη γη ως άνθρωποι που παλεύουν με τις μυστήριες σκιές τους.

Ο Λουμίδης Α.Ε, πέρα από τα χαρμάνια του και τα καταστήματά του, είναι κι εκείνος ο παπαγάλος, που ισχυρίζεται πως αν ο καθένας είναι καλός στο είδος του, αυτός είναι στους καφέδες, ακόμα κι αν ανήκει πλέον στην ελβετική Νεστλέ. 
Ξακουστό στους λογοτεχνικούς κύκλους είναι επίσης και το Πατάρι του Λουμίδη. Το Πατάρι της Σταδίου άνοιξε τον Ιανουάριο του 1938 στο νούμερο 38 της οδού Σταδίου, δίπλα στη Στοά Νικολούδη. Έγινε το σημαντικότερο και εμβληματικότερο λογοτεχνικό καφενείο της Αθήνας, παρόλο που δεν ήταν λουσάτο και χάι. Στο ισόγειο, όπου τα παράθυρα προς την οδό Σταδίου ήταν αρκετά μεγάλα ώστε να μπαίνει διάχυτο φως, σύχναζαν κυρίως δικηγόροι, χρηματιστές και άλλοι βιαστικοί διερχόμενοι. Δεν είχε τραπέζια για να κάτσεις, μονάχα πάγκους όρθιων πελατών. Στο πατάρι σύχναζαν πιο μόνιμοι θαμώνες, που ήταν κυρίως συγγραφείς, ηθοποιοί, και δημοσιογράφοι. Τα τραπέζια -μικρά για να μην καταλαμβάνουν πολύ χώρο- ήταν διαταγμένα σε σχήμα «πι». Στην αριστερή πλευρά κάθονταν οι ηθοποιοί, οι δημοσιογράφοι και οι επιθεωρησιογράφοι. Στο βάθος οι συγγραφείς και οι ποιητές. Συχνοί ήταν όμως και οι θαυμαστές όλων αυτών, που έρχονταν να δούνε από κοντά τα ινδάλματά τους και είχαν έτσι την ευκαιρία να καθίσουν στο διπλανό με αυτούς τραπέζι. Εκεί είχαν το στέκι τους ο Γιώργος Σεφέρης, ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Νίκος Γκάτσος, ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Νικηφόρος Βρεττάκος, ο Μίλτος Σαχτούρης, ο Μιχάλης Κατσαρός, ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Γιάννης Μόραλης και πλήθος άλλων. Το αλισβερίσι και οι οσμώσεις που συνέβησαν σ’ αυτόν τον χώρο, ανάμεσα σ’ αυτούς τους δημιουργούς, σίγουρα έβαλαν τη σφραγίδα τους σε πολλές συνεργασίες και έργα των θαμώνων του μυθικού παταριού. Αλλά όλοι συμφωνούν πως η πιο χαρακτηριστική φιγούρα του καφενείου ήταν το θρυλικό γκαρσόνι Τάκης, που για δεκαετίες ήξερε όλους τους πελάτες, τον καφέ της προτίμησής τους, ακόμα και την εφημερίδα τους! 
Στη μονόχνοτη ιντερνετική εποχή μας τέτοια στέκια δεν υπάρχουν. Φαίνεται πως η ανάγκη αυτή ή δεν βρίσκει πια τρόπους να εκδηλωθεί ή από καιρό έχει πάει άκλαυτη. 

Κι αν το παρελθόν είναι ατελείωτο, το παρόν είναι μια σταλιά, μια στιγμή, μια ιδέα. Είναι το τσαφ του δευτερόλεπτου που περνάει και χάνεται πριν προλάβουμε να πούμε κιχ. Αλλά είναι και τ’ ατέλειωτα πήγαινε έλα, τα εδώ κι εκεί και πάρα πέρα, τα σήκω κάτσε, τα μίλα σιώπα, τα μείνε φύγε, που μπορεί να κρατάνε και χρόνια, αλλά που με τον τρόπο τους μας σμιλεύουν συνεχώς εδώ και τώρα την έκφραση και μας πλάθουν την ψυχή. Τι θ’ αντέξει και τι θα δώσει, τι κυνηγάει, τι ζητάει, αυτή η γνωστή μας άγνωστη;  Αυτό είναι το παρόν, που όλο μας γλιστράει μέσα από τα χέρια κι όλο το ρουφάμε ως το μεδούλι. Που θέλουμε να πιστεύουμε πως μας ανήκει κι εμείς το καθοδηγούμε συνειδητά, άσχετα αν πού και πού υποψιαζόμαστε την αλήθεια. Ότι δηλαδή το κεντάει, εν μέρει εν αγνοία μας, ο πιο άγνωστός μας εαυτός. 

Ένα μαγαζί, που χώρος πολιτισμού αυτοπροσδιορίζεται και που είναι πολύ πιθανόν να γράφει τώρα ιστορία στον Πειραιά, είναι η μουσική σκηνή Passport ( κλικ εδώ για το site ), στην πλατεία Κοραή. Έχουμε ξανακάνει αναφορά σ’ αυτόν τον χώρο. Όχι μόνο γιατί ο ιδιοκτήτης του είναι Δραπετσωνίτης. Αλλά και επειδή, τα τρία χρόνια που λειτουργεί, πάντα παρουσιάζει ένα προσεγμένο πρόγραμμα, σε μια εξαιρετική αίθουσα -αρκετά χρόνια πριν εκεί λειτουργούσε το σινεμά Χάι Λάιφ-  και προσφέρει μουσικές, λογοτεχνικές και θεατρικές εκδηλώσεις με αρκετά προσιτές τιμές και με καλούς όρους οργάνωσης. 
Φέτος, από το πρόγραμμά του μέχρι τον Ιανουάριο, ξεχωρίσαμε -που σημαίνει πως μπορεί και να πάμε- τον 50 λεπτών θεατρικό μονόλογο, «Είμαι αριστερόχειρ ουσιαστικά», βασισμένο σε μία συνέντευξη του Μανώλη Αναγνωστάκη, τη Δευτέρα 12 Νοεμβρίου. 
Το αφιέρωμα στη Billie Holiday με αφορμή την επανέκδοση της εξαιρετικής αυτοβιογραφίας της, με τη Μαρία Φαραντούρη, τη Φένια Παπαδόδημα και τον Γιώργο Μουχταρίδη, την Τρίτη 13 Νοεμβρίου, στις 9μ.μ.
Τον άπαιχτο θείο ψάλτη Ψαραντώνη, το Σάββατο 17 Νοεμβρίου. 
Τον Πειραιώτη Διονύση Χαριτόπουλο, που τη Δευτέρα 19 Νοεμβρίου παρουσιάζει το βιβλίο του «Εκ Πειραιώς» -βιβλίο που ήδη έχουμε στη βιβλιοθήκη μας, κι όταν το διαβάσουμε θα το παρουσιάσουμε στη Σταγόνα.
Τη συζήτηση μεταξύ κριτικών και λογοτεχνών για το πορνό, «Πενήντα αποχρώσεις του γκρι» και με το ερώτημα γιατί σε μια εποχή σαν τη δικιά μας, με όσο νάναι ελεύθερη σεξουαλική ζωή, η ερωτική λογοτεχνία γνωρίζει πάλι παγκόσμιες επιτυχίες, την Τετάρτη 28 Νοεμβρίου. 
Τον γλυκύτατο και με τις υπέροχες μελωδίες του Νίκο Ξυδάκη με τη Γεωργία Νταγάκη, το Σάββατο 1 Δεκεμβρίου. 
Και τον τραγουδοποιό της διπλανής πόρτας Φοίβο Δεληβοριά, το Σάββατο 26 Ιανουαρίου. 
Μα όλα αυτά, άραγε στάζουν μέσα μας στάλες φωτός, τροφή της ανθρωπιάς μας, συνδετήρες των σχέσεών μα,  ή δυο ώρες ήταν που περάσαμε υπέροχα και μετά πάμε γι’ άλλα, δικέ μου; Το μέλλον μας θα νοιαστεί να μας απαντήσει; 

«Το μέλλον είναι ήδη εδώ». Ή, «δεν υπάρχει πια μέλλον». Φράσεις βαρύγδουπες, με σπόρους όμως αλήθειας μέσα τους. Γιατί αυτό που υπονοούν οι παραπάνω ρήσεις, κι άλλες παρόμοιες,  είναι πως το μέλλον έχει ξεφύγει πια από τα χέρια τις ανάγκες και τα όνειρα των ανθρωπότητας και το διαμορφώνει μια αυτόνομης τροχιάς, ανίκητη και συνεχώς καλπάζουσα τεχνολογία που γεννοβολάει ασταμάτητα. 
Αλλά τι είναι καλύτερο; Το μέλλον μας να έχει επαφή και με το παρόν μας ή να όλα να παίζονται σε ζαριές αόρατων παιχτών; Να εξαρτάται από τις συνθήκες, τις προδιαγραφές μας και τις προσπάθειές μας ή όλα τα ενδεχόμενα να είναι εξ ίσου πιθανά; Μέχρι τώρα είχαμε συνηθίσει καταστάσεις που το μέλλον των ανθρώπων είχε κηδεμόνες, εγγυήσεις, είχε δρόμους ορατούς κι αυτό που θα συνέβαινε ήταν διότι κάτι άλλο είχε προηγηθεί. Τώρα, και λόγω συγκυρίας, το μέλλον δεν μας εγγυάται κάτι χειροπιαστό, δεν μας επιτρέπει να ονειρευτούμε στα πλαίσια των δυνατοτήτων μας. Πόθοι, επιθυμίες κι όνειρα μας παρακολουθούν ζαρωμένα, από ένα σκοτεινό υπόγειο και φαίνεται πως τα επόμενα χρόνια ελάχιστα θα εξαρτώνται από τις προσπάθειές μας. Αυτό όμως δεν είναι καλό για κανέναν. Είναι σαν όλα να μας πρεσάρουν στο να υπάρχουμε απλώς, κάνοντας την επιβίωση πρώτο θέμα στις ζωές μας.

Αυτό πάντως που φαίνεται να είναι καλό για  τον μέλλον του Πειραιά είναι το μετρό και το τραμ. Αν ήμασταν μια άλλη Ευρωπαϊκή χώρα, θα είχαμε τη βεβαιότητα πως ό,τι έχει υπογραφεί θα ίσχυε, θα γινόνταν. Μιλώντας για το μετρό, η σύμβαση που έχει υπογραφεί προβλέπει πως το έργο, μήκους 7,4 χιλ. και 7 νέων σταθμών από το Χαϊδάρι μέχρι τον Πειραιά, θα στοιχίσει 660 εκ. ευρώ, ενώ θα δημιουργηθούν 2.000 νέες θέσεις εργασίας. Με την ολοκλήρωσή του το 2017, θα εξυπηρετεί καθημερινά 135χιλιάδες νέους επιβάτες, θα μειωθούν κατά 120 τόνους την ημέρα οι ρύποι του CO2 και θα βελτιωθούν αισθητά οι κυκλοφοριακές και περιβαλλοντικές συνθήκες στον Πειραιά. Ήδη τα εργοτάξια φτιάχνονται. Στη φωτογραφία δίπλα φαίνεται το εργοτάξιο στην πλατεία Κοραή, όπου θα βρίσκεται και ο τερματικός σταθμός αυτής της νέας γραμμής.

Το 2017, άραγε οι επιβάτες που θα βγαίνουν από το μετρό στο λιμάνι τι θα θέλουν, τι θα σκέφτονται πιο πολύ; Το καινούργιο κινητό με τις απίθανες δυνατότητες; Τις κουτοπονηριές που σχεδιάζουν, τις νέες πουτανιές που έχουν στα σχαριά;  Μία συνάντηση για πιθανή πρόσληψη σε δουλειά; Τα χρέη που συνεχώς αυξάνονται; Τα νούμερα του τζόκερ; Εκείνα τα θεϊκά μάτια μέσα στο βαγόνι; Τα κιλά που πήραν και πρέπει να χάσουν; Το άρρωστο παιδί τους; Το γριφώδες όνειρο που είδαν το βράδυ; Τη τάξη, που γίνεται όλο και πιο αδιάφορη; Ένα πλοίο να τους περιμένει στο βάθος για ολιγοήμερες διακοπές; Τίποτα;


Ή σαν την Πέρσα, τη γυναίκα που περίμενε, «Όμως χθες, και μόνο με την ιδέα να κλειστώ πάλι μέσα, ένοιωθα πως θα τρελαθώ. Απ’ το πρωί με είχε πιάσει μια στεναχώρια… Πήρα, λοιπόν, το τρένο και κατέβηκα στον Πειραιά. Κι ούτε ξέρω γιατί πήγα προς τον Πειραιά κι όχι προς την Κηφισιά, ανακατεύτηκα απλώς με τον κόσμο και ακολούθησα αφηρημένη. Και το μυαλό μου καρφωμένο στην Ηλέκτρα. Βγήκα από τον σταθμό, πέρασα απέναντι και βρέθηκα στην προκυμαία που φεύγουνε τα πλοία, κι εκεί στάθηκα και κοίταζα. Στεκόμουν και κοίταζα τον κόσμο. Μπαίνανε σε πλοία, σε αυτοκίνητα, άλλοι έρχονταν, άλλοι έφευγαν, έσμιγαν ή χώριζαν, αλλά προπάντων βιάζονταν. Και ξέρεις κάτι, αυτό που μου έκανε την περισσότερη εντύπωση, ήταν που όλοι βιάζονταν. Και ξαφνικά, Στέφανε, λέει, και τώρα με κοιτάζει κατάματα, είχα την αίσθηση πως όλο αυτό το νταβαντούρι, κι αυτοί που βιάζονταν κι εγώ που στεκόμουνα στη μέση σαν το κούτσουρο, δεν έχει κανένα απολύτως νόημα για κανέναν… Και χτες στο λιμάνι, πάλι αυτό σκεπτόμουνα, στεκόμουνα μόνη μου, ζαρωμένη, έβλεπα τους άλλους να περνάνε δίπλα μου βιαστικοί, αδιάφοροι, σχεδόν σίγουροι για ό,τι έκαναν και το σκεπτόμουνα».

- Τι σκεπτόσουνα, ψυχούλα μου; της λέω. 


Η τελευταία παράγραφος με τα πλάγια γράμματα είναι από το βιβλίο της Νίκης Αναστασέας «Πολύ χιόνι μπροστά στο σπίτι». Το καλογραμμένο αυτό βιβλίο είναι κι ενδιαφέρον μιας κι η συγγραφέας οδηγεί τους τέσσερις ήρωές της, μέσα από τους παράλληλους μονολόγους τους, ως τα όρια του θανάτου, κάτω από την πίεση των ιδεών τους και των σχέσεών τους.

Ο πίνακας στις μεγεθύνσεις είναι της Μαριάννας Παπαδάκη.

 

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013 09:47

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: