Πίνοντας με τον Σλάβοϊ Ζίζεκ σε ταβέρνα για διεστραμμένους.

 Την Κυριακή 25/11, στις 11 το βράδυ, η ΕΤ3 θα προβάλλει μια αγγλική ταινία του 1946. Είμαι περίεργος πόσοι άραγε θά είμαστε οι νοσταλγοί, ας πούμε των ασπρόμαυρων ταινιών, που θα στηθούμε για να δούμε αυτό το δράμα.


«Σύντομη συνάντηση» είναι ο τίτλος του και ο σκηνοθέτης της  Ντέιβιντ Λιν, μας αφηγείται με συγκινητικό τρόπο την ιστορία ενός αδύνατου έρωτα. Ναι, υπήρξαν κι εποχές που κι ερωτευόντουσαν οι κοινοί θνητοί και για κάποιους πραγματικούς λόγους ήταν αδύνατο να ολοκληρωθεί ο έρωτάς τους. Οι κινηματογραφικοί οδηγοί έχουν κατατάξει αυτό το έργο στην κατηγορία των παρά τρίχα αριστουργημάτων. 

Αλλά αν δεν έβλεπα την ταινία «Οδηγός ιδεολογίας για διεστραμμένους» δεν θα την είχα πάρει χαμπάρι. 
Στη σύγχρονη αυτή ταινία, που παίζεται αυτόν τον καιρό στους κιν/γράφους, ο κεντρικός ήρωας Σλαβόι Ζίζεκ όταν θέλει να επιχειρηματολογήσει για ταινίες που τον χωρισμό των εραστών τον επιβάλλει το κλίμα της εποχής και τον δραματικό τόνο μπορεί να το δώσει και μια φλύαρη κουτσομπόλα που θα βρεθεί την πιο ακατάλληλη στιγμή στο κατάλληλο μέρος, έφερε σαν παράδειγμα την ασπρόμαυρη του ’46.

Εξ αρχής να πούμε πως όντως ο Οδηγός αυτός είναι για διεστραμμένους και μάλιστα με διπλή σημασία. Και ως προς το ότι δίνουν προσοχή σε οδηγούς που έχουν θέμα τους την ιδεολογία, κάτι τελείως αταίριαστο με την εποχή μας που προκρίνει τις πρακτικές κι ωφέλιμες απόψεις. Αλλά και που τρέχουν σε σκοτεινές αίθουσες για να δουν όχι μία κανονική ταινία, αλλά έναν τύπο να αναλύει άλλες ταινίες. Πρόκειται για διαστροφή στο τετράγωνο. Αλλά ας μην είμαστε από χέρι αρνητικοί σε τέτοιες προκλήσεις. Πολλές φορές έχει συμβεί αυτό το παράδοξο «τετράγωνο» να έχει σαν αποτέλεσμα κάτι το εξαίσιο, αφού λειτουργεί σαν άρνηση της άρνησης και εν τέλει μας προσφέρει μία απρόοπτη κατάφαση. Και η ταινία αυτή, λίγο πιο μαζεμένη αν ήταν, θα μας έβγαζε ένα αυθόρμητο μπράβο.

Ο Σλάβοϊ Ζίζεκ με λίγα λόγια. Είναι ένας 63χρονος Σλοβένος, δηλαδή βαλκάνιος, φιλόσοφος. Κριτικός θεωρητικός που δουλεύει στα πλαίσια των παραδόσεων του Χεγκελιανισμού, του Μαρξισμού και της Λακανιανής ψυχαναλυτικής, προσπαθώντας να στήσει ΄γεφυρες ανάμεσα σε αυτές τις θεωρίες. Ο Ζίζεκ αντλεί παραδείγματα από τη μαζική κουλτούρα για να εξηγήσει τη θεωρία του Ζακ Λακάν και τις χρήσεις της λακανιανής ψυχαναλυτικής, και θέσεις της χεγκελιανής φιλοσοφίας και της μαρξιστικής οικονομικής θεωρίας για να ερμηνεύσει τα κοινωνικά φαινόμενα. Γράφει και μιλάει όχι μόνο για θεωρητικά θέματα, αλλά και για ζητήματα που συμβαίνουν εδώ και τώρα. Είτε σαν γεγονότα, είτε σαν προϊόντα του πολιτισμού της εποχής μας. Πολλά βιβλία του έχουν μεταφραστεί και στα ελληνικά. 

Στη Ελλάδα έγινε ιδιαίτερα γνωστός τον τελευταίο χρόνο, όταν δημόσια πήρε θέση υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ. Ισχυρίστηκε σε ομιλίες του πως ο ΣΥΡΙΖΑ δίνει μια ευκαιρία στην Ευρώπη να ξεφύγει από την αδράνεια και να βρει έναν νέο δρόμο, πιστεύοντας πως μόνο μια νέα αίρεση, σαν κι αυτή που αντιπροσωπεύει αυτή τη στιγμή ο ΣΥΡΙΖΑ, μπορεί να σώσει ό,τι αξίζει να σωθεί από το ευρωπαϊκό κληροδότημα: Τη δημοκρατία, την εμπιστοσύνη στους λαούς και την εξισωτική αλληλεγγύη, την αλληλεγγύη της ισότητας. 

Ο Ζίζεκ έχει κάνει φανερή και με πολλούς τρόπους την αγάπη του για το σινεμά. Ένας λόγος που τον οδηγεί στις σκοτεινές αίθουσες, πέρα από την απόλαυση είναι κι αυτός που τον διατύπωσε ως εξής: «Προκειμένου να κατανοήσουμε το σύγχρονο κόσμο, πραγματικά χρειαζόμαστε το σινεμά. Μόνο στο σινεμά βρίσκουμε αυτή την καθοριστική διάσταση που δεν είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε στη πραγματικότητα. Αν ψάχνετε τι είναι πιο πραγματικό από την ίδια τη πραγματικότητα, κοιτάξτε στην κινηματογραφική μυθοπλασία. Είναι αυτή που σου μαθαίνει τι να επιθυμείς, γιατί το κάνει αυτό και ταυτόχρονα σε παροτρύνει να ανακαλύψεις τι εσύ επιθυμείς».

Ένα από τα μεγάλα ατού αυτής της ταινίας είναι ο ίδιος ο Ζίζεκ. Με αυτόν τον ιδιόμορφο τρόπο ομιλίας του – αστεία και βαριά προφορά - όπου είναι σαν να προσπαθεί να μας καρφώσει μία μία τις αγγλικές λέξεις στο μυαλό μας, αλλά που εμείς εν τέλει τον συγχωρούμε. Διότι αισθανόμαστε ότι αυτό το κάνει εξ αιτίας της υπερδιέγερσης του νου του που την περνάει στο σώμα του και τούμπαλιν. Έτσι όμως καταφέρνει να γίνει ο απόλυτος σταρ της ταινίας. Κι αυτό συμβαίνει όχι μόνο με αυτά που λέει αλλά και για το πώς τα λέει. Με άλλα λόγια, μας πείθει πως είναι ένας εκκεντρικός τύπος στα όρια της νεύρωσης, αλλά με εντελώς προσωπική εκπομπή, που υποδύεται πολλούς ρόλους μπαινοβγαίνοντας στα πλάνα πολλών ταινιών μπορεί με το καλημέρα σας να σε κάνει να τον συμπαθείς και να τον αντιπαθείς ταυτόχρονα. Κύριε Ζίζεκ, όσο κι αν προσπαθείς να μας κρύψεις τις αδυναμίες σου και τις αντιφάσεις σου, εν τέλει δεν το πετυχαίνεις καλέ μου.

Στο δια ταύτα, η ταινία της Σόφι Φάινς, είναι μία περιπλάνηση του Ζίζεκ σε ανθολογούμενα αποσπάσματα άλλων γνωστών ταινιών ,όπου ο Σλοβένος αναλύει και σχολιάζει με οξυδερκείς παρατηρήσεις θέματα που αφορούν την ιδεολογία - αυτό το τέκνο των φαντασιώσεών μας-  που κρύβεται ή παραείναι ολοφάνερη στις ιστορίες των ταινιών. Και πως μέσα από αυτήν οι δημιουργοί τους αντιμετωπίζουν θέματα όπως τη δημοκρατία, την κουλτούρα, το ναρκισσισμό, τη βία, τις σχέσεις, την πίστη κ.α. Αρκετές από τις παρατηρήσεις του ήταν πρωτότυπες, αναπάντεχες  και εύστοχες τόσο, ώστε να γίνονται δολώματα για σκέψη. Έτσι, αυτό που μας τελικά μας πρόσφερε είναι η αφύπνιση της ικανότητας μας να στεκόμαστε φιλύποπτα, έστω και εκ των υστέρων, στα εδέσματα των συναισθημάτων μας. Ως προς ένα σημείο έχανε η προσέγγιση της ανάλυσης του Ζίζεκ.¨Ηταν αυτό που έχει να κάνει με την μετασχηματισμό που μπορεί να επιφέρει η αισθητική, η φόρμα, στο κρυφό ή φανερό νόημα μιας μυθοπλασίας. Φανταστείτε λόγου χάρη το "Ξύλο βγήκε από τον παράδεισο " σκηνοθετημένο από τον Θ.Αγγελόπουλο ή τον Ν. Περάκη και την "Ευδοκία" γυρισμένη από τον Γ.Δαλιανίδη ή τον Ν.Φώσκολο.

Ότι ο Ζίζεκ έχει και χιούμορ, τύπου Μπάστερ Κήτον, γίνεται αντιληπτό σε αρκετές σκηνές. Αυτός είναι και ο πιο σημαντικός λόγος για να τον επιλέξει για παρέα κάποιος που του αρέσει το μπούρου μπούρου στις ταβέρνες. Το πρόβλημα όμως δεν θα είναι αν ο κύριος Ζίζεκ αποδειχτεί ένας απολαυστικός συνομιλητής ακόμα κι όταν πίνει. Το αποστασιοποιημένο του χιούμορ μάς προδιαθέτει πως το αλκοόλ θα τον κάνει ακόμα πιο επινοητικό και οι σκέψεις του θα είναι αρκούντως απρόσμενες. Το θέμα είναι αν αυτός ο πληθωρικός άνθρωπος, έχει τα αυτιά του απλά ως διακοσμητικά ή αν έχει καλλιεργήσει εκείνη τη πλευρά του που τον κάνει ικανό να αποφεύγει τον διδακτισμό – κάτι που στο τέλος της ταινίας δεν το κατάφερε. Αν, λοιπόν, τα αυτιά τα έχει για ν’ ακούει και τον άλλον, τον απέναντι, τον συμπότη, τότε πολύ θα χαιρόμασταν να βγαίναμε ένα βραδάκι στα μέρη μας με όλη την παρέα για κρασοκατάνυξη. Που πάει να πει φάση όπου ξεφορτωνόμαστε τα σκουπίδια της ζωής μας και ένα λυτρωτικό φως διαπερνάει τις καρδιές μας. Είναι αυτό που μας ξανακάνει για λίγο διεστραμμένους ως προς την νεκρόφιλη πλευρά της τρέχουσας ζωής.  

 

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013 11:42