Σε βλέπω.

 

Σε βλέπω. Κοιτάζεις με προσοχή τις αποδείξεις. Αν δεν σου τις δίνουν, τις περισσότερες φορές τις ζητάς επίμονα. Παλιά, δηλαδή πριν από τρία χρόνια , ούτε που σε ένοιαζαν. Τους έδινες τη χαρά να κλέβουν το κράτος, εσένα, τους πάντες.
Τώρα δεν θέλεις να τους αφήσεις στην ησυχία τους. Κάτι σ’έχει πιάσει και θεωρείς αυτό το κυνήγι των αποδείξεων μέσο αυτοπροστασίας. Νοιώθεις ένα κομμάτι του εαυτού σου να γίνεται τελείως κρατικό. 

Σε βλέπω. Μετράς με προσοχή τα ρέστα που σου δίνουν. Κι αν λείπουν ένα δυο λεπτά, στο τσακ είσαι να τα ζητήσεις. Σπανίως το κάνεις και μετά νοιώθεις κι άσχημα. Όταν όμως δεν το κάνεις, τότε ...στο δρόμο της επιστροφής, κάτι μανιασμένο μέσα σου σε τσιγκλίζει. Και προπάντων, όταν ο ταμίας δεν μπήκε καν στον κόπο να το αναφέρει, να σου πει δηλαδή λίγο προς το γλυκά « συγγνώμη, κύριε, δεν έχω ψιλά». Φτιάχνεσαι κι είσαι έτοιμος να γυρίσεις πίσω και να αρχίσεις τις φωνές, τους τσακωμούς. Σε πιάνει μια τσαντίλα, δεν θέλεις να σε πιάνουν κορόιδο. Θέλεις οι άλλοι να είναι εντάξει σ’αυτά τα λίγα, γι’αυτό το τίποτα, γιατί πιστεύεις πως αυτό σημαίνει ότι θα είναι εντάξει και για τα πολλά, εντάξει και στα σημαντικά. Θέλεις πάση θυσία να τους δείξεις πως μπορείς να τα καταφέρνεις χωρίς να χρωστάς πουθενά. Κούνια που σε κούναγε. Το ξέρεις πως η εμμονή που έχεις αποκτήσει να απαιτείς από τους άλλους μια συμπεριφορά σεβασμού κι υπευθυνότητας, σε οδηγεί, δίχως να το καταλάβεις στο σκυλάδικο του ενός και των δύο λεπτών, της γαμημένης της απόδειξης. Αυτής, που πέρσι μετρούσε στην εφορία, του χρόνου ποιος ξέρει τι θα ισχύει; Όχι πες μου, κράτος είναι αυτό που συνεχώς στην φέρνει;  

Σε βλέπω. Σημειώνεις με προσοχή, κρατάς ημερήσια έσοδα - έξοδα και μετά κάτι σε οδηγεί να σχίσεις το μπλοκάκι. Οδηγεί το αίμα σου στο κεφάλι σου. Σε κάνει να παίρνεις ανάποδες στροφές και για το τίποτα. Θέλεις να κάνεις τον όποιον παραβάτη, αν μπορείς, μαύρο στο ξύλο, αλλιώς να τον μηνύσεις. Παρατηρείς πως γίνεσαι όλο και πιο μίζερος κι αυτό σε κάνει όλο και πιο εριστικό. Τελευταία τι σ'έχει πιάσει και τα βάζεις και με τους ζητιάνους, ιδιάιτερα μ'αυτούς που δεν είναι επαγγελματίες; Κάθεσαι με τις ώρες και συγκρίνεις τιμές. Τόσο κάνει εδώ, τόσο συν κάτι εκεί. Και η ποιότητα; Πολλές φορές φτάνεις στο σημείο από την ώρα που ξυπνάς να τρώγεσαι με τα ρούχα σου. Έχεις καταφέρει να υποτροπιάσουν όλες οι παλιές πληγές σου, που με κόπους τις είχες κλείσει και πάλι άρχισες να παίρνεις κεφάλια. Σε όλες τις εκκρεμότητες που έχεις, προδιαγράφεις μονίμως την πιο άσχημη εξέλιξη για σένα. Μετά με το μυαλό σου τους βρίζεις όλους, σε στυλ «…εσείς κι ο γρύλλος σας». Μα τόσο προκαταβολικό μίσος; Παλιά δε ήσουν έτσι. Όταν λέμε παλιά, εννοούμε πριν από δυο τρία χρόνια. Όλο το δίκαιο του κόσμου βεβαίως κι είναι με το μέρος σου, αλλά μέρα με τη μέρα το καταλαβαίνεις πως αυτή σου η στάση δεν σε βγάζει πουθενά. Ίσα ίσα νοιώθεις όλο και πιο άσχημα. Η πλάκα είναι πως παντού - έξω, μέσα, στο διαδίχτυο - σπανίως πέφτεις σε τύπους που είναι ψύχραιμοι, ευγενικοί, λογικοί ή που τουλάχιστον το παλεύουν με αξιοπρέπεια. Λες και σε τραβάνε σα μαγνήτη κι όλο πας και πέφτεις πάνω σ’αυτούς που συνεχώς μανουριάζουν, που νομίζουν πως αν χυθεί αίμα όλα δια μαγείας θα λυθούν. Φαίνεται πως εδώ, σ’αυτήν την κρίση δεν ισχύει ότι τα ομώνυμα απωθούνται. Πρόκειται για μεγάλη κρίση που φτάνει ως το σημείο να καταργεί και παμπάλαιους νόμους. 


Σε βλέπω παγιδευμένο σε ένα φαύλο κύκλο. Η μέρα πως θα βγεί, η μέρα πως θα βγεί; Βγαίνει αλλά τι να το κάνεις που σου βγάζει την ψυχή; Τσίμα τσίμα και στο τσάκ τα φέρνεις βόλτα τελικά, αλλά σου μένει μια άσχημη, πικρή γεύση στο στόμα. Και τα χειρότερα να έπονται λένε όλοι. Σχέδια για το μέλλον, γιατί πια να κάνεις δεν μπορείς; Ρωτάς εδώ κι εκεί, αλλά απάντηση καμία, καμία....Πόσο άραγε μπορεί ν'άντέξει ένας άνθρωπος όταν είναι για χρόνια βισματωμένος σ'ένα άθλιο παρόν; Ε πόσο; 
Σε βλέπω. Όπου και να πας, όπου κι αν βρεθείς, είσαι μία βόμβα έτοιμη να εκραγεί κι όποιον πάρει ο χάρος. Αλλά προχωράει έτσι η ζωή; 


Σε βλέπω. Ζωγραφισμένη στο πρόσωπό σου η απόγνωση διαρκείας που σ’έχει πιάσει. Ένα αίσθημα ασφυξίας εμφανίζεται στα καλά καθούμενα πολλές φορές τη μέρα. Το αλεξίσφαιρο του κόσμου σου μάλλον δε μπορεί πια να σε προστατεύει. Εγώ, αναρωτιέσαι, σε τι έφταιξα και πληρώνω τα σπασμένα τώρα; Εγώ, πώς και τόσα χρόνια δεν είχα πάρει μυρωδιά τα όργια που γινόντουσαν; Πώς χρόνια νόμιζα ο μαλάκας πως τα πράγματα έβαιναν καλώς ; Δες τους καργιόληδες που φταίνε, αυτοί που έκαναν την μπάζα τους για γενεές δεκατέσσερις, που πουλούσαν μούρη, που έκαναν μνημόσυνα με ξένα κόλλυβα, που τους είχαμε στο απυρόβλητο γιατί πετούσαν στο πόπολο τίποτα κόκκαλα, τώρα να μην τους αγγίζει τίποτε. Πάλι καθαρή θα την βγάλουν και όχι μόνο αυτό, αλλά είναι δυνατόν αυτοί οι ίδιοι να καταφέρουν στο τέλος να αλλάξουν προς το καλύτερο  κάτι από τα σημαντικά της κακοδαιμονίας μας;



Σε βλέπω. Όλο σκεφτικό, όλο μαζεμένο. Και δεν είναι μόνο που δεν μπορείς πια να βγαίνεις έξω, είναι και που δεν θέλεις, δεν έχεις τη διάθεση να συναντάς φίλους, συγγενείς, κόσμο... Τι να πείτε, όταν επί της ουσίας τίποτα δεν μπορείτε να κάνετε; Εξ άλλου εύκολα γίνεσαι μνησίκακος επί δικαίων κι αδίκων. Εξ άλλου σου τι δίνει να βλέπεις χαρούμενους ανθρώπους. Ποιος; Αυτός. Που τον θυμάμαι, όχι μόνο τον έτρεφε η χαρά των άλλων, αλλά την τάιζε κιόλας. Και όλο κλείνεσαι, μαζεύεσαι κι όλο κόβεις κι άντε μετά να δώσεις νερό στον άγγελό σου, εσύ που παλιά..... Και μετά, κάποιο βράδυ, διαπιστώνεις πως δεν είναι μόνο ότι έχεις αγρίως στριμωχτεί, ότι στο αύριο, κακά τα ψέματα, ότι  και να κάνεις καμιά άνοιξη δεν θα σε περιμένει, όπως εξ άλλου και εκατομμύρια άλλους, είναι που έχεις χάσει και το υπέροχο στυλ σου. Αλλά και το πιο βασικό, το χαμόγελό σου. Φυσικά και το δάκρυ σου, γιατί αυτά τα δύο πάνε μαζί. 


Μοναχός/ τριζόνι πάντα τριζόνι/δίχως χάραμα.                    Ε..., βοηθάει λίγο.
Σκυμμένος/τα σπόρια της αυλής/μετρά ο κότσυφας.            Μμμ, κάτι μου θυμίζει.
Πόνος όλος ο πόθος/μα ως συμπόνια/η αστραπή.                 Εδώ είμαστε.
Απόψε σιγή/χωρίς σελήνη στη γη/μόνος με τα’άστρα.         Φοβάμαι; Μ'αρέσει;
Αφρός του οίνου/λουλούδι ανατολής/μέχρι το χείλος.           Αυτός είσαι δικέ μου, δώστα όλα!


Τα στιχάκια με τα πλάγια γράμματα είναι του ιερομόναχου Συμεών, έκδοση Άγρα, 1994.
Η εικόνα είναι από έναν πίνακα του Ρενέ Μαγκρίτ.

 

Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 04 Απριλίου 2013 10:45

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: