Τον βλέπω.

 

Τον βλέπω. Ξεφυλλίζει εφημερίδες. Ακούει ειδήσεις. Ενημερωτικές εκπομπές. Πάει σε διαλέξεις. Γράφει γράμματα. Στέλνει άρθρα. Τελευταία διάβασε για κάποια 52 τρις ευρώ. Τι νούμερο είναι αυτό;  Το σκέφτεται και ζαλίζεται.

Τι είναι ; Μήπως το παγκόσμιο ΑΕΠ του 2011; Κοντά είσαι. Όμως όχι. 52τρις €, είναι το ποσόν που έχει σε παγκόσμιο επίπεδο η αποκαλούμενη «σκιώδης τραπεζική αγορά». Το 2002 το ποσόν αυτό ήταν 20 τρις. Και το 2020 τι θα το εμποδίσει να γίνει 150τρις;  Και τι είναι αυτή η ‘σκιώδης’; Το ψάχνει. Για να μαθαίνεις, δώσε προσοχή σε παρακαλώ. Λοιπόν, είναι τα hedge funds, οι εταιρείες prinate equality κι άλλα μυστήρια επενδυτικά κόλπα που δραστηριοποιούνται εκτός του επίσημου τραπεζικού τομέα αγοράς πίστης. Είναι ο σκληρός πυρήνας αυτού που στα δελτία ειδήσεων οι παρουσιαστές αποκαλούν «οι αγορές». Φορείς είναι με άλλα λόγια που έχουν πάρα πολλά χρήματα, μα πάρα πολλά χρήματα. Χρήματα που τα τζογάρουν. Στοιχηματίζουν, αγοράζουν και πουλούν ομόλογα, τίτλους, προϊόντα, πληροφορίες, ανθρώπους, επηρεάζουν νομοθετικά σώματα, κυβερνήσεις, κτλ. Παίζουν 24 ώρες το 24ωρο. Αυτή η «σκιώδης» θεωρήθηκε υπεύθυνη για την κρίση που ξεκίνησε από τις ΗΠΑ το 2008. Την είχαν αφήσει ή πιο σωστά τους είχε γράψει κανονικά και έπαιζε δίχως αντιπάλους, δίχως έλεγχο και κανόνες ασφαλείας. Τα κέρδη τους και τίποτα άλλο. Όμως λες όλη η ψυχή τους αυτά νάναι; 

Τελευταία, να σκεφτείς, τα οικονόμησαν χοντρά ακόμα και με την επαναγορά των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, δηλαδή μ’αυτόν τον ανάποδο πλειστηριασμό. Λοιπόν, αν κι απαξιωμένα αυτά τα ομόλογα, εντούτοις κατάφεραν και έκαναν κέρδη από αυτά μέσα σε τρεις  βδομάδες της τάξης του 150%. Μιλάμε πάνω σε ποσά της τάξης των 30δις. Δεν το χωράει ο νους μου. Από παντού κερδίζουν. Δίχως κόπο, δίχως πόνο, δίχως επιπτώσεις και μ’ελάχιστα ρίσκα.  

Τον βλέπω. Και τον ακούω, διότι τελευταία απλώς σκέφτεται μεγαλόφωνα. Τα 52 τρις, λέει, είναι 260 φορές το φετινό ΑΕΠ της χώρα μου. Μα πολλά λεφτά. Μια ζωή να μετράει - ένα, δύο, τρία,...σαράντα, σαράντα ένα....-  δεν του φτάνει. Χρήμα πολύ, άυλο και εκτός πραγματικότητας, εκτός παραγωγής, εκτός ζωής. Όχι σαν το άλλο το αδρανές που είναι θαμμένο σε σεντούκια και θυρίδες. Αυτό κινείται, μάλιστα είναι υπερκινητικό, είναι κίνδυνος θάνατος. Πάει κι έρχεται ελεύθερα, με τουπέ, ινκόγκνιτο ή σαν ένας κωδικός, από τη μία χώρα στην άλλη. Ξεβρομίζει, ξεπλένεται.  Δυναμώνει ρουφώντας ενέργεια, αίμα, ζωές. Και ποιος μπορεί να το ελέγξει; Ακόμα και οι G20, όταν δεν συμπλέουν μαζί του, δεν μπορούν να το κάνουν ζάφτι. Και μπορούμε να πούμε πως αυτή η χρήση αυτού του χρήματος είναι πρόοδος; Ανθρώπων έργο είναι σίγουρα. Με μια δόση υπερβολής, έργο αθανάτων. Αυτό, το εξωφρενικά παράλογο, αλλά και τόσο φυσικό συνάμα. Αυτό, που όλοι το ποθούν κι ας το καταριόνται. Που ακόμα και τους ιδιοκτήτες του τους παίζει στα πέντε δάχτυλα.

Ποιοι είναι αυτοί που τα έχουν; Πού τα βρήκαν, πώς τα μάζεψαν; Απαντάει: άνθρωποι είναι, σαν κι εμάς είναι. Σκέφτεται: όπλα, ναρκωτικά, πετρέλαια, εμπόριο σαρκός κάθε χρώματος και ηλικίας, λαθρεμπόριο παντός είδους από μαφιόζικες επιχειρήσεις, φοροδιαφυγές, μαύρο πολιτικό χρήμα από ισχυρά λόμπι που αιώνες έχουν μάθει να μη δίνουν λογαριασμό σε κανέναν. Κι άλλες, πολλές δραστηριότητες, που είναι σίγουρος πως δεν μπορεί όλες να τις συλλάβει ο νους του και που είναι σίγουρος, κι ας μην έχει στοιχεία, πως μόνο ένα μικρό μέρος τους προέρχεται από νόμιμες επιχειρήσεις. 

Κι αυτοί που τα έχουν τι κάνουν στην καθημερινότητά τους; Βλέπουν τηλεόραση, πάνε σε γήπεδα, παρακολουθούν τη μόδα, τρώνε σε χλιδάτα εστιατόρια, τρώνε χυλόπιτες, τηλεφωνούν σε φίλους, ταξιδεύουν μαζί μ'αγαπημένα πρόσωπα με γιώτ, ιδιωτικά αεροπλάνα; Οι περισσότεροι δεν ασχολούνται με τα λεφτά τους. Το έχουν αναθέσει σε εταιρίες, στα σαΐνια των χρηματιστηρίων, των παράλληλων αγορών και των μισοπαράνομων κόλπων. Αυτοί  τα διαχειρίζονται. Για το κακό που προκαλούν με τα παιχνίδια τους οι ίδιοι, οι κάτοχοι, άραγε νοιώθουν ποτέ τύψεις, έχουν ενοχές; Χλωμό το βλέπει. Εσύ τι λες με ρωτάει. Τι να πω, αν δεν έρχονται σ’επαφή με κανένα από τα «θύματά τους» τότε σίγουρα δεν θα τους καίγεται καρφάκι για κανέναν, του απαντάω. 

Πως περνούν τη μέρα τους; Έχουν επιθυμίες, ανάγκες ανικανοποίητες, αϋπνίες, απωθημένα; Προσπαθεί να τους φανταστεί, προσπαθεί κοιτάζοντας μέσα του να μαντέψει. Είναι φανερό από τις γκριμάτσες του πως δεν τους έχει σε εκτίμηση. Κάτι χαζά θα κάνουν για να ταΐζουν διαρκώς τη ματαιοδοξία τους, τη μεγαλομανία τους, τον ναρκισσισμό τους, την απληστία τους, σκέφτεται. Αλλά δεν πιστεύει πως θα φχαριστιούνται. Άφθονος ελεύθερος χώρος και χρόνος που όμως, είναι βέβαιος, δεν θα τους οδηγεί σε καμιά κορυφή, σε καμιά υπέρβαση, σε καμια παραφορά απ'αυτές που κάνουν την καρδιά μας να σπάει. Μια ανία που θα τους τσακίζει, ένα εσωτερικό κενό που θα τους σπρώχνει σε μια ψυχαναγκαστική κοινωνικότητα, ένα μπέρδεμα που θα ανακυκλώνει μια άρρωστη απομόνωση. Αυτό που είναι ορατό, αυτό που τους χαρακτηρίζει είναι μία ανερμάτιστη κατανάλωση προϊόντων, υπηρεσιών κι ανθρώπων. Πιστεύει πως μια εξάρτηση από αντικείμενα, μια κατάχρηση εξουσίας, μια ανεξέλεγκτη ροπή προς την ζωώδη βία, διαμορφώνουν το ψυχικό τους προφίλ. 

Αναρωτιέται, αν διαφέρει ο δικός τους πόνος από τον δικό του, η δικιά του χαρά από τη δικιά τους. Αναρωτιέται, αν πεθαίνοντας και κάνοντας ταμείο, θα έχουν την αίσθηση πως χαράμισαν τη ζωή τους ή πως όλα Ο.Κ, και πως της έδωσαν και κατάλαβε. Μιλάμε για τους περισσότερους, από αυτό το παγκοσμίως γνωστό άγνωστο 2 έως 3% εννοείται. Διότι παντού και πάντα υπάρχουν εξαιρέσεις. Όπως επίσης  ξέρει πως όλα είναι και διαφορετικά, αφού σύμφωνα με τους Κινέζους, πίσω από κάθε τι υπάρχει κι όλας και το αντίθετό του. Και μετά, αφού έχει φορτώσει στο φουλ, το συνειδητοποιεί πως δεν νοιώθει τίποτα γι’αυτούς. Ούτε φθόνο, ούτε θαυμασμό, ούτε καν λύπηση, μα ούτε φόβο. Μόνο σκέφτεται, πώς είναι αδύνατον να κερδηθεί η παρτίδα μαζί τους, αφού δεν μπορεί καν να γίνει παιχνίδι. Αν κάποτε χάσουν, μόνο από τη δικιά τους απληστία θα χάσουν, από την αναμεταξύ τους αντιπαλότητα. Αυτοί δεν έχουν πατρίδα, όρια, δεν παίζουν με τους γνωστούς κανόνες, δεν έχουν δεσμούς, δεν είναι ορατοί και δεν έχουν άλλους στόχους εξόν από τα κέρδη τους. Εμείς δεν υπάρχουμε γι’αυτούς, τον ακούω να το επαναλαμβάνει ψιθυριστά, εμείς δικέ μου, δεν υπάρχουμε γι’αυτούς. Κάτι σαν ενοχλητικά έντομα, αν μας νοιώθουν καμιά φορά, έτσι θα μας αντιλαμβάνονται. Ποιοι; Αυτοί. Που οι ζωές μας εξαρτώνται απ'αυτούς. Αυτά, τα μεγαλοπρεπή παράσιτα.


Με λίγα λόγια έχουν από χέρι φλος ρουαγιάλ. Κι αυτό είναι η μεγάλη αδικία, αυτό το ανυπέρβλητα ακατανόητο. Αφού αυτοί που είναι σαν εμάς, πώς συμβαίνει και δε νοιώθουν ποτέ τους υπεύθυνοι για τα εκατομμύρια που κάθε χρόνο πεθαίνουν από δίψα, πείνα κι αρρώστιες που θεραπεύονται;  Γι’αυτούς τους πάρα πολλούς, που κάθε μέρα φθείρονται ανεπανόρθωτα, που πιέζονται αφόρητα, που με  την ψυχή στο στόμα ξυπνούν και κοιμούνται, τίποτα. Τουλάχιστον, σκέφτεται, να μπορούσαμε να τους αντιμετωπίσουμε κάπου στα ίσα, για κάποιο λόγο σοβαρό. Ούτε απεργία δεν μπορούμε να τους κάνουμε, αφού τα κέρδη τους δεν παράγονται από τη δουλειά μας. Μα ούτε μπορούμε να τους βάλουμε να επενδύσουν αφού με τον τζόγο στο παγκόσμιο καζίνο κερδίζουν πιο εύκολα, πιο γρήγορα, πιο άνετα, περισσότερα. Ούτε με επιχειρήματα να τους αντιμετωπίσουμε, αφού ο μόνος στόχος τους είναι η απεριόριστη αύξηση των κερδών τους. Κι η δικαιοσύνη, ακόμα κι αν ήθελε, πώς να τους να στριμώξει αφού οι νόμοι που υπάρχουν δεν τους αφορούν. Δεν νοιάζονται για τίποτα και για κανέναν. Και είναι μονίμως στο απυρόβλητο. Παίζουν με αντιπάλους/συνεργάτες κυβερνήσεις και θεσμικούς κεφαλαιούχους και θύματα εμάς. Το σκέφτεται, αλλά δεν νοιώθει οργισμένος. Δεν τους συναναστρέφεται για να του βγει θυμός. Ποτέ δεν μιλάνε μαζί του.  Πώς να τους μισήσει, αφού δεν τους ξέρει, αφού δεν τους ζει, αφού ποτέ δεν κοντράρουν πρόσωπο με πρόσωπο; Ούτε καν στις οθόνες δεν κυκλοφορούν, οι 52τρις.

Τον βλέπω. Αλλά αυτό που βλέπω γίνεται όλο και πιο αινιγματικό, όλο και πιο απρόβλεπτο. Δεν ξέρω τι να του πω, δεν ξέρω πώς να τον πλησιάσω. Ως πότε θα τον βλέπω, αφού η δίνη αυτή τον συσκοτίζει;  Αφού όλο και πιο λίγα καταλαβαίνει από αυτά που του συμβαίνουν, απ'αυτά που πληρώνει, ως πότε θα τον βλέπω; Κι άραγε αυτός με βλέπει ποτέ; Δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα. 


Κάθε στιγμή κάτι καταστροφικό / σε πρόσωπα σαν άστρα / που το χαμόγελο των αγγέλων /εκμηδενίζει. / Στη δαγκωματιά του λύκου /υπέκυψε ο οίκτος / και της ευγένειας το λιθοβολημένο νερό. /Όμοιοί μου, λύκοι και πάνθηρες, /μαζί ξετυλίγουμε στην απεραντοσύνη /της απληστίας τις αδηφάγες φλόγες /και τη σημαία /ενός θριάμβου μυστηριώδη. /Μ’εξαντλεί κι εμένα /το φτωχοδιάβολο / το μονότονο χτύπημα των φύλλων / που ακούγεται στον αέρα. Η ίδια η φωτιά του θεού / μας τραβάει μπροστά. 


Τα λοξά γράμματα είναι το ποίημα "Κόκκινη έκσταση" του ποιητή Λευτέρη Πούλιου, από τη συλλογή του " Η κρυφή συλλογή". 
Ο πίνακας είναι του Ρίτσαρντ Χάμιλτον.

 

Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 04 Απριλίου 2013 10:44

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: