Με βλέπω

Με βλέπω. Στον καθρέπτη Αλτσχάιμερ που θυμάται μόνο τη στιγμή που περνάει και χάνεται. Γι’αυτό κοιτάζω με δυσπιστία τον σωσία μου. Στον καθρέπτη, αέρα πατέρα πάμε γι’άλλα και νερό που λιμνάζει αυτάρεσκα και φωτιά αθώα της μοναξιάς. Φεύγω άδειος.

Περνάω στις φωτογραφίες. Ιδού, εγώ με δροσερό πρόσωπο. Αλλά βέβαια κι αλλιώτικος σχεδόν και σ' όλα τ'άλλα. Δεν βγάζω άκρη, δε βλέπω φως. Χάνομαι στην ιστορία της πόλης, άγνωστος. Στο χρηματιστήριο, χαμένος. Στα τυχερά το ίδιο. Στα ασφαλιστικά, στους μισθούς, στα φορολογικά, παντού χαμένος. Τι να πω; Που νόμιζα για χρόνια πως ήμουνα ο μέγας κερδισμένος. Στο τέλος έχασα εσένα, εμένα και κερασάκι και το τρένο. Τη ζωή;  

Με βλέπω φίλοι μου μαζί σας. Τους αφήσαμε, Τράπεζες και Σία με τα τοξικά τους, να μας τραβήξουν το χαλί κάτω από τα πόδια. Καλά να πάθουμε οι πλεονέκτες. Τώροι μας εκβιάζουν οι άπληστοι. Τώρα θέλουν να μας λιώσουν. Δεν τους νοιάζει τίποτα. Το μυαλό τους τα λεφτά τους. Κι εμάς στο περιθώριο να δουλεύουμε, να τα κονομάνε, να καλοπερνάνε. Δε βγαίνουμε σας λέμε με όλους τους τόνους κι εσείς απτόητοι κι άλλες περικοπές, κι άλλες αυξήσεις ΔΕΗ, κτλ; Τώρα σαν τυφώνας ο εξτρεμισμός του κέντρου, οι ακρότητες της αγοράς, πέφτουν πάνω μας. Μας φτωχαίνουν συνεχώς, οξύνουν τις ανισότητες και λένε πως η ανάπτυξη είναι προ των πυλών. Γίνεται; Δε γίνεται. Όλοι πια το έχουν καταλάβει, αλλά αυτοί επιμένουν. Όπως οι γιατροί του μεσαίωνα. Που για να θεραπεύσουν τους ασθενείς έπαιρναν το αίμα τους. Κι όταν αυτοί γινόντουσαν πιο χάλια οι γιατροί τους αφαίμαζαν κι άλλο. Το γνωρίζουν πως μεταδίδουν τον ιό του θανάτου, αλλά έχουν κολλήσει, είναι η λύση τους. Το χρέος σήμερα: ευρώ 330 δις. Θα το ξεπληρώνουμε από το 2020 μέχρι το 2040. Ίσως πιο γρήγορα αν επαληθευτούν οι εκτιμήσεις για αέρια και πετρέλαια στις θάλασσές μας. Μέχρι τότε όμως τους τόκους, που είναι 100 δις. Είναι τετραγωνισμός του κύκλου και να ξεπληρώνουμε χρέη και να μεγαλώνουμε το ΑΕΠ και να έχουμε όλοι τα στοιχειώδη για να ζούμε. Είναι αδύνατον, αν δεν γίνουν αλλαγές κι εδώ και στην Ευρωζώνη. Αν δεν ελεγχθούν οι αγορές τους, οι παγκόσμιοι κερδοσκόποι. Αλλά όχι του αγίου φούτσου. Διότι κύριοί μου, έχετε σκεφτεί, έστω και μια φορά, πως βγάζουν τη μέρα, τη βδομάδα, το μήνα  οι άνεργοι, κι οι άλλοι, που δουλεύουν μεν, αλλά δεν πληρώνονται δε;  Μπορείτε να τους σκεφτείτε, όχι ως αριθμό, αλλά ως κατάσταση. Τον καθένα ξεχωριστά. Το δεδομένο είναι πως οι εγγεγραμμένοι άνεργοί μας ήδη ξεπέρασαν τις 900χιλ. ψυχές. Λοιπόν, το πρόβλημα είναι τα μνημόνια; Αυτό βλέπουν, αυτό λένε όλο και περισσότεροι. Ίσως γιατί έχουν μια αίσθηση ότι αυτά μπορούν να λυθούν, να καταργηθούν. Και μετά; Βλέποντας και κάνοντας; Όμως πως γίνεται και το ένα μνημόνιο να γεννά το άλλο; Σε δυόμιση χρόνια φτάσαμε αισίως στο 3ο. Αν κάποιος πιστεύει πως ξεμπερδέψαμε μ’αυτά γιατί δε βάζει στοίχημα; Νομίζω πως πάλι στον κουρέα θα μας στείλουν. Γιατί ενώ θα έπρεπε να ήμασταν γουλί, να, κάτι μαλλούρες χρέη μέχρι τη γη; Ε, γιατί ;  

Με βλέπω και στους δικούς μας τους μεγαλόσχημους. Λόγου χάρη η Ρίου – Αντιρίου μας στοίχισε 740 εκ.  Το δημόσιο έβαλε 296, δάνειο 370 με εγγύηση του δημοσίου από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα και τα 74 ήταν της κοινοπραξίας που θα εκμεταλλεύεται τη γέφυρα ως το 2039. Προβλέπεται ότι αυτή θα εισπράξει τελικά 1.7δις. Πες μου γιατί υπέγραψαν μια συμφωνία τόσο πολύ καταφανώς εις βάρος μας; Ή π.χ, γιατί ο κάθε Αυστραλός πλήρωσε 70€ για τους Ολυμπιακούς στο Σίδνεϊ το 2000, ενώ εμείς ο κούκος αηδόνι, 844€ ο καθένας μας για της Αθήνας το 2004; Δώδεκα φορές μεγαλύτερο το ποσό, όταν ο πληθυσμός μας είναι μόνο το μισό τους. Χαμπάρι δεν πήραμε, δεν παίρνουμε. Σημαιούλες ανεμίζαμε μόνο και λουφάραμε τους ντοπαρισμένους μας. Την ώρα που οι VIPs του πλιάτσικου οργίαζαν. Χιλιάδες τέτοιες ιστορίες. Από όλους τους θρονιασμένους. Τελευταία, η αγορά που βγάζει μάτι της Αγροτικής από την Πειραιώς. Τους βλέπω στην Ιστορία να με καθηλώνουν ως πελάτη τους. Το κοροϊδάκι τους. Τους σπουδάζω μια ζωή και ξύλο απελέκητο στο τέλος οργισμένος. Έχω όμως μια τόση δα ελευθερία. Μπορώ να τους χειροκροτώ, να τους γλύφω, να τους εκβιάζω, να τους κοροϊδεύω, να τους βρίζω, να τους αλλάζω, να τους τιμωρώ και σπανίως να συζητάμε και να συναποφασίζουμε. Και είναι στα υπέρ της δημοκρατίας πως οι τύποι στις οθόνες, στις πλατείες, τουλάχιστον είναι αναγκασμένοι να υποστηρίζουν κάτι, να εξηγούν, να τάζουν προσπαθώντας να μας μανουβράρουν, να υπεκφεύγουν ή να θολώνουν τα νερά για να μας κερδίσουν. Το στάνταρ είναι πως με εκμαυλίζουν και συνειδητά μας εξαπατούν. Μαθαίνω και τους καινούργιους, τους άλλους, τους περίτεχνα ωμούς και μαζί απίθανους μαιτρ των συμφωνιών. Τους Ευρωπαίους. Τόσο κοντά μας και τόσο μακριά. Μπορώ άραγε, έστω και λίγο, να τους επηρεάσω; Πως; Με αγώνες και με ψήφο. Είναι η τυπική απαντήση. Σωστά. Όλο και κάτι πάει να γίνει όταν τα χρησιμοποιούμε σοφά. Αισθάνομαι τότε μια σταλιά βοήθεια μες στα τρεχαλητά και της αγριάδες της ζωής μας. Αλλά και με τον τρόπο του βίου μας, με τις αξιακές επιλογές μας, με την ποιότητα των σχέσεων μας, της δουλειάς μας; Ε, κι αυτά κάπως δεν επηρεάζουν τον προσανατολισμό, δεν διαμορφώνουν το γενικό κλίμα; Τι έχουν να πουν γι’αυτό οι πουλημένοι, τα καθίκια, οι αριβίστες, οι καιροσκόποι, οι κυνικοί, τα λαμόγια; Και οι άλλοι, οι εμείς, οι απόμακροι, τι; 

Με βλέπω. Να μιλάω με τους γύρω μου. Σε σύγχυση. Όλοι και για όλα. Άλλος λίγο κι άλλος πιο πολύ. Να, γι’αυτό πιάσαμε πάτο, λέμε κάθε φορά για κάτι που δεν το εγκρίνουμε, που το θεωρούμε υπαίτιο της πτώσης μας. Απ’τις χιλιάδες αιτίες ποιες είναι οι σημαντικές; Σε σύγχυση μεγάλη. Φταίξαμε κι εμείς, όχι μόνο οι άλλοι, ε; Ναι, αλλά σε τι φταίξαμε; Και γιατί; Ας το ψάξουμε. Και είναι δυνατόν ν’αλλάξουμε από εδώ και πέρα; Μπορούμε; Συζητάω. Με αυτούς που όποτε τους παίρνει ξεφεύγουν για λίγο από τα τελείως προσωπικά τους ζόρια. Μ’αυτούς που ψάχνουν να δουν τι μπορεί να κάνει ο καθένας μας, τι μπορούμε να κάνουμε εμείς. Μ’αυτούς που μια έτσι και μια αλλιώς βλέπουνε τα πράγματα. Ρευστοί, ανερμάτιστοι, στοχαστικοί, τώρα που αλλάζουν όλα εδώ κάτω με ορμή, τι να καταλάβουμε οι φτωχοί; Ακόμα όμως κι αν κάτι πιάνουμε στον αέρα στο τέλος έρχονται στιγμές που κουραζόμαστε να είμαστε η ψαγμένη άποψη, το δυνατό επιχείρημα, ο μαζικός αγώνας για όλα τα προβλήματα. Και θέλουμε τότε να τα φορτώσουμε όλα στον φουσκωμένο κόκορα, στο θολό ρεύμα που διατρέχει την κοινωνία ή στον όποιον γελοίο δικτάτορα. Μα άλλοτε πάλι, ακούς τις δικές μας χειροποίητες σκέψεις, τις καινούργιες μικρές συνθέσεις, τις ευφάνταστες και τρυφερές χειρονομίες, την αλληλεγγύη στην πράξη και μένεις με το στόμα ανοιχτό. Ναι, μας παίρνει κάτι να κάνουμε κι εμείς. Ή μήπως όλα είναι τελειωμένα; Ποιοι εμείς; Πώς; Προς τα πού; Για ποιους; Μας βλέπω τρομαγμένους να ισορροπούμε κοντά τρία χρόνια πάνω από το χείλος του γκρεμού. Να πέσουμε επιτέλους να τελειώνουμε, ψιθυρίζουνε πολλοί ευάλωτοι κάποιες απελπισμένες νύχτες. Άλλοι, πιο υπομονετικοί αυτοί, λένε πως αγοράζουμε χρόνο και καλά κάνουμε. Αλλά ο δρόμος που μας έχουν στριμώξει, μας αλέθει κανονικά, είναι αδιέξοδος. Δεν είναι; Αν στο τέλος του 2014, μετά από πέντε χρόνια θεραπείας, η ανεργία φτάσει στο 31% και η ύφεση στο 1%  - προβλέψεις του Ινστιτούτου Παγκόσμιας Οικονομίας -  τότε ο «άρρωστος» φταίει ή ο «γιατρός»; Υπάρχουν φυσικά και πιο ευνοϊκές προβλέψεις, αλλά κι αυτές, εκτιμούν ότι η ανεργία στο τέλος του 2014 θα ξεπεράσει το 22%. Δηλαδή, να χαρούμε;   

Με βλέπω. Σχεδόν τίποτα απέναντι στα μεγαθήρια. Κάνουν πως μας υπολογίζουν, γιατί πρέπει να τηρήσουν και τα προσχήματα. Εξάλλου μας έχουν ανάγκη ν’αγοράζουμε τα προϊόντα τους, να είμαστε το παιχνιδάκι τους ή μήπως είμαστε οι αναλώσιμοί τους; Με βλέπω και στους δικούς μας τους επάνω. Που ότι τους λένε οι ΒορειοΔυτικοί κι είναι εύκολο και εις βάρος μας το προχωρούν στο πι και φι, κι όταν είναι το δύσκολο που θα τους ξεβολέψει, το αγνοούν ή προσποιούνται ότι το κάνουν. Τους βλέπω με απλωμένα τα χεράκια τους, τα χεράκια μας. Και μου βγαίνει μια διάθεση και γι’ άλλα πράγματα. Όχι, πια, να τους φτύνω, να τους μουντζώνω. Βαρέθηκα. Γι’ άλλα μου ανθίζει. Για αξιοπρέπεια, για ευγένεια. Για λύσεις που πρέπει να τις βρούμε μόνοι μας, να τις πιστέψουμε. Να δουλέψουμε εμείς γι’αυτές. Όχι, τσιμέντο να γίνουν και πράσινα άλογα και πέρα βρέχει. 

Με βλέπω σαν με κοιτάζουν από τις οθόνες. Δεν με πείθουν, δεν τους εμπιστεύομαι. Έχω πρόβλημα και με την εντιμότητά τους και με τις ικανότητές τους και με τις απόψεις τους. Ενώ, όμως, τα έχω πάρει, ταυτόχρονα πως γίνεται και σκέφτομαι ψύχραιμα; Είναι μήπως εξαιτίας της μικρομεσαίας συνάφειάς μας, του κοινού μας θεάτρου; Σκέφτομαι και τους άλλους που είμαστε στην ίδια χάλια. Μετά τους ξεχνάω, ύστερα τους μισοθυμάμαι. Δεν ξέρω πως θα ενωθώ μαζί τους. Πώς θα παλέψουμε από κοινού, όντως τόσο διαφορετικοί; Πώς θα χαράξουμε από κοινού πορεία δίχως διάλογο; Τους αφήνω και γυρίζω στα δικά μου. Ατομική λύση το λένε. κι είναι η επιλογή των πολλών. Αλλά η διάθεση δεν εξαφανίζεται. Είμαι σε ετοιμότητα. Μ’αρέσει αυτό το "κανείς μόνος του στα δύσκολα" που το παλεύουν οι έτοιμοι από καιρό. Με την πρώτη ευκαιρία θα δώσω τα ρέστα μου; Χμμμμ. Με τη δεύτερη, με ρέγουλο; Θα δούμε. Δε μπορώ να υποσχεθώ τίποτα τώρα. Αλλά κάποτε, αύριο δε θα προσφερθώ; Εγώ ο χαζός. Ο αφελής. Ο μπερδεμένος. Ο αγεφύρωτος. Η ψυχούλα ξυράφι. Εγώ, η ειρηνική μαμή της αύριας μέρας, του νέου κόσμου. Εγώ που θέλω λεφτά, ανέσεις, γνωριμίες και μούρη να πουλάω. Αλλά όχι μόνο αυτά, όχι διαρκώς. Θέλω να νιώσω όμορφα πέρα απ’αυτά. Να φτιάξω πράγματα. Να γοητεύω, να χαρίζω, να νοιώθω χρήσιμος. Και ως άτομο που με βλέπω και ως ομάδα. Να μπλεχτώ, να θυσιαστώ άμα λάχει. Νέες πηγές μου ν’ανακαλύψω. Να γευτώ τη ζωή, τις χαρές της. Για όλους τα ίδια θέλω; Θεωρητικά ναι. Πρακτικά, γι’αυτούς που συμπαθώ, που μια προϊστορία εξακολουθεί να μας δένει, που οι δρόμοι μας εξ ανάγκης συναντιούνται. Μακάρι να’ναι πολλοί αυτοί κι όλο να πληθαίνουν πιο γρήγορα από τους σκοροφαγωμένους και πιο ζεστά χαρούμενοι από τους απάνθρωπους.  

Με βλέπω. Θέλω το μάτι μου να γλυκαίνει κι από φωτεινές φάτσες, ηλιόλουστες. Με καταθλίβουν οι μονίμως συννεφιασμένες κι ας έχουν όλο το δίκαιο με το μέρος τους. Πώς θα γίνει, πού να πάω, για να ακούω αισιόδοξες σκέψεις, γάργαρες; Όχι απ’αυτές της προπαγάνδας, απ’αυτές που μας γανώνουν, που μας καθησυχάζουν για να μας καθυποτάξουν. Αλλά τις πηγαίες αλήθειες , που ξέρουν που πατούν και που πηγαίνουν. Από ανθρώπους που έχουν μια αγωνία για ζωή, που μας συναισθάνονται, που ψελλίζουν ιδέες, προτάσεις, αλλά και που παραμυθιάζονται. Ναι και που με σέβονται. Ονειρεύομαι να μπορώ αυθόρμητα ν’ ανοίγομε στους άλλους, μικρούς και μεγάλους, ξένους και ντόπιους, διπλανούς κι απέναντι, πάνω και κάτω. Και να μη φοβάμαι ότι θα μου τη φέρουν, ότι θα μας εκμεταλλευτούν. Λες ε, θερινής νυκτός; Καμιά φορά δεν ξέρεις, σπάει ο διάβολος το ποδάρι του. Κι όταν προσπαθούμε από κοινού για κατακτήσεις νέων κορυφών, τότε να’σου ξεπετάγεται ο άλλος, ο αρτιμελής διάβολος της αλληλοφαγωμάρας. Το ξέρω και το απεύχομαι. Αλλά αυτός ο φόβος, κάνε κάτι δικέ μου, να μη μας κρατήσει παγιδευμένους στα σπίτια μας, στις εμμονές μας, στις σιγουριές μας, στις ιδιοτέλειές μας, στον κύκλο μας. Κάνε κάτι, μου λέω, για να μην καταριέμαι την ώρα και τη στιγμή που γεννήθηκα. 

Με βλέπω. Με μυρίζομαι. Με ακούω. Με αισθάνομαι. Με αγγίζω. Με νοιώθω και με σκέφτομαι. Συμφιλιώνομε μ'εμένα. Κι αυτά μου μοιάζουν να είναι η νέα αρχή. Γιατί, έστω και με εκλείψεις, με διαλείψεις, έστω και με παρανοήσεις και με μεγάλη δυσκολία, με αγαπάω; Σε αγαπάω; Τον αγαπάω; Σας αγαπάω; Και κάπως έτσι, σφίγγω τα δόντια παρόλο που σε φοβάμαι, με φοβάμαι, φοβάμαι, ψάχνω να βρω απαντήσεις, να φτιάξω νέα ταυτότητα, να πάρω τη ζωή στα χέρια μου, ν'ανάψω το δικό μου κεράκι, να κάνω ένα βήμα μπροστά. Κάθε που μαγεύομαι από την ομορφιά των μορφών που δείχνουν οι καθρέφτες μας. Μαγνητισμένος από το απρόβλεπτο των μέσα μας τοπίων. Θα μ’αγαπήσω, θα σ’αγαπήσω. Θα με κυκλοφορώ, απ’εδώ ως τα πέρατα της οικουμένης. Αλέ ρετούρ. Ξένος ανάμεσα σε γνωστούς. Οικείος με τους άγνωστους. 

Θα με παιδεύεις ολοένα στην εγρήγορση / ως αίνιγμα συνάριθμο της αγάπης / με συντρίβεις ολοένα με ογκώδη και αβέβαια εικοσιτετράωρα / με άλαλα τραγούδια / παραήπιαμε αντιφάσεις απ’την Έφεσο / μα κάποια εξαιρετική φορά / πάει και πέρα απ’ το κράσπεδον / όπου όποιος λέει πως είναι νικητής / διαπράττει ένα ανιαρό λάθος / όποιος λέει πως είναι νικημένος / διαπράττει ένα σπαραχτικό λάθος.  


Τα δύο ποιήματα σ'ένα, με τα λοξά γράμματα, τα έγραψε εν ζωή ο Νίκος Καρούζος.
Ο πίνακας στις Μεγεθυνσεις και ο δεύτερος στο κείμενο είναι του B. Nauman. Ο πρώτος στο κείμενο είναι του Richter.  

 

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013 11:45

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: