Το μερίδιο των αγγέλων

Αν είσαι περιθώριο είναι πολύ δύσκολο να ξεφύγεις απ’αυτό. Νομίζω πως αυτό το ξέρουμε όλοι, ακόμα και τ'ανήλικα. Εντός κι εκτός συστήματος. Και προπάντων το ξέρουν από πρώτο χέρι, τα ναυάγια της ζωής και οι άλλοι που δουλεύουν στους θεσμικούς φορείς και είναι επιφορτισμένοι για να τα βοηθήσουν.







Αν μάλιστα ζεις στη Σκωτία όλα τα θολά χρώματα και τα μη αρώματα σε συμφιλιώνουν με την πτώση σου. Βουλιάζεις μέσα σ’αυτήν την υγρή και μουντή ατμόσφαιρα κι εύκολα αποδέχεσαι το ρόλο του θύματος. Όταν επιπλέον το σόι της αγαπημένης σου, με μπουνιές, κουτουλιές και με χιλιάρικα εξαγοράς, προσπαθεί να σας χωρίσει, τότε όλα λες και συνωμοτούν για να σε οδηγήσουν στον αφανισμό σου. Και συνήθως αυτή είναι η κατάληξη για τους περισσότερους συνανθρώπους μας που ζουν μεταξύ φθοράς και φθοράς. 


Όμως ο νεαρός Ρόνι, ήρωας της τελευταίας ταινίας του 76χρονου Κεν Λόουτς είναι μία από τις εξαιρέσεις. Είναι το Γαλατικό εκείνο χωριό που δεν υποκύπτει στον κανόνα. Κι αυτό συμβαίνει όχι γιατί το επιθυμεί πολύ και ως εκ τούτου το Σύμπαν δούλεψε για πάρτι του. Αλλά διότι κάποια υπόγεια ρυάκια της ζωής του, βγήκαν στην επιφάνειά της κι ενώθηκαν στο ποτάμι της συνείδησής του. Όπως η πατρότητα, αφού ορκίζεται στον νεογέννητο γιό του ότι θα κάνει τα πάντα για να ξεφύγει από τη δική του αθλιότητα. Αλλά και η αποφασιστική στάση της γυναίκας του, που ανήκει σε ανώτερη κοινωνική κατηγορία απ’αυτόν κι αποφασιμένη "ή αλλάζεις Ρόνι ή θα μεγαλώσω μόνη μου το παιδί μας". Παίζει ρόλο κι η καλοσυνάτη στάση απέναντί του τού υπεύθυνου για την κοινωνική εργασία που προσφέρει εξαιτίας των βιαιότητων που διέπραξε. Καταλυτική όμως είναι η δύναμη μιας παρέας τιμωρημένων όπως κι αυτός και που δένεται μαζί τους. Δένεται, παρόλο που είναι από εκείνους τους τύπους όπου είναι απίθανο, έστω κι ένας από τους πραγματικούς ανθρώπους που τους μοιάζουν, να δει ποτέ αυτήν την ταινία. Και τέλος, η επινόηση του σεναρίου, το χάρισμα του Ρόνι. Χάρισμα που σχετίζεται με το ουίσκι και του ανοίγει το δρόμο για να ενταχθεί στο τέλος υπεύθυνα και δημιουργικά στην κοινωνία, διαπράττοντας όμως πριν μία απάτη. Όπως εξάλλου πάρα πολλοί της λεγόμενης υψηλής κοινωνίας και αρκετοί της  μεσαίας τάξης. Σ’όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Και σήμερα, αλλά και χθες και οπωσδήποτε και αύριο. 

Η αλήθεια είναι πως στο τέλος νοιώσαμε μία ευφορία, ένα εορταστικό συναίσθημα που μας γλύκανε. Αλλά ο Λόουτς σε έχει περάσει πριν - με μεσαία συνήθως πλάνα, που βοηθούν την "συναισθηματική σκέψη" των σχέσεων ανθρώπων και κοινωνίας - από σαράντα κύματα βρεγμένων δρόμων κι εξαθλιωμένων περιπτώσεων. Τσαμπουκάδες και βιαιότητες, βλακείες και κυνισμοί, καταδίκες και ερήμωση, πανάκριβα ιδωτικά βίτσια και μακάρια σπουδαιοφάνεια, είναι εκεί για να θυμίζουν πως όλα τα επίγεια είναι πολύ επισφαλή, όταν μάλιστα στη ζωή σου δεν έχεις καμία υποστήριξη. Γι’αυτό, με το που πέφτουν οι τίτλοι του τέλους, το αίσθημά μας έχει την ένταση μιας απελευθερωτικής ανακούφισης. Από εκείνες που σου υποβάλλουν και μία οπτική του στυλ «αφού τα κατάφεραν αυτοί, οι από χέρι χαμένοι, γιατί όχι κι εγώ;». Τουτέστιν τρεμοπαίζει στην καρδιά σου η ελπιδα. Το μείον είναι πως τα ενδιάμεσα αδιέξοδα είσαι σίγουρος πως θα υπερνικηθούν κι έτσι χάνει η ταινία την όποια σε βάθος ένταση κι αυτοπροσδιορισμό θα μπορούσε να είχε. Κερδίζει όμως εξ αιτίας της ιλαρότητας που τη διατρέχει και εξ αιτίας των ευφυών διαλόγων. Ο Λόουτς βλέπει καθαρά αυτά τα μικρά αποβράσματα, αλλά με συμπάθεια κι αυτό καταφέρνει να το περάσει στην ταινία του μ’ένα φυσικό τρόπο. Ταμείο; Είναι μία ταινία που σε γεμίζει και σίγουρα δεν θα πεις όχι αν σου προκύψει η  δυνατότητα να την ξαναδείς. Όχι όπως το αριστούργημα του Χάνεκε, η ανελέητη «Αγάπη», που και κάποιες λίγες στιγμές κατά τη διάρκεια της προβολής εμφανώς δυσανασχετούσες και δεν υπάρχει περίπτωση να την ξαναδείς, αν και περιείχε απείρως πιο ερεθιστικά δολώματα για το πνεύμα σου και τους προβληματισμού σου.

Λοιπόν, έχουμε στις οθόνες μας μια αξιαγάπητη ταινία. Με ηθοποιούς άγνωστους που τα καταφέρνουν να ισορροπήσουν με μαεστρία ανάμεσα στο ρόλο τους και στην ιδιοσυγκρασία τους, στο προσωπικό τους στυλ. Αυτό το επιδιώκουν συστηματικά κάποιοι σκηνοθέτες, εκτός του δικηγόρου Λόουτς, είτε καθοδηγούν γνωστούς ηθοποιούς είτε όχι. Με λίγα λόγια, στο τέλος δεν σου μένει ο τάδε και η αξέχαστη ερμηνεία του, αλλά το στόρι, οι χαρακτήρες του και το τι σου μετάγγισε η ψυχή της ταινίας. Στην κατηγορία αυτή μας έρχονται στο νου ο φιλόλογος Ερίκ Ρομέρ, ο μαθηματικός Οτάρ Ιοσελιάνη, ο ψυχολόγος Μίκαελ Χάνεκε κι ο φυσικός Κριστόφ Ζανούσι. Το δίδαγμα αυτής της στάσης είναι ότι με πολλή δουλειά, οι φάτσες όλων μας μπορούν να εκφράσουν υψηλά νοήματα ζώντας κανονικές ζωές σε συνηθισμένες καταστάσεις, τόσο στην πραγματικότητα όσο και σε φιλμ. Κι αν οι εκπομπές μας μπορούν να πετύχουν τέτοιες κατακτήσεις γιατί όχι και η ύπαρξή μας; Με την προϋπόθεση φυσικά, να είμαστε εμείς εκείνοι που θέτουμε τις ερωτήσεις κι αναζητούμε τις απαντήσεις. Εμείς, αντλώντας από τα πιστεύω μας και τον αναβράζοντα κόσμο των σχέσεών μας όταν σ'αυτές παίρνουν κεφάλι η γενναιοδωρία και η ευγνωμοσύνη.  

 

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 09 Απριλίου 2013 13:37