Ευρυδίκη και Ορφέας ή σκέτο Ευρυδίκη

Ορφέας και Ευρυδίκη ήταν το σωστό, ή Ορφέας στον Άδη, ή Ορφέας και Ορφικοί … Κάπου στα βάθη κρυμμένη, χαμένη ήταν η Ευρυδίκη. Και τώρα εκεί είναι, στα σκότη του Κάτω Κόσμου, αλλά παίρνει και κάποια πράγματα στα χέρια της θα λέγαμε, κάποιες πρωτοβουλίες. 

Στο θεατρικό έργο της αμερικανίδας συγγραφέως Σάρα Ρουλ και την παράσταση του Δημήτρη Τάρλοου στο Θέατρο Πορεία, η Ευρυδίκη κατά κάποιον τρόπο «τσαμπουκαλεύεται».

Κουρασμένος ο έρωτάς της με τον θαυμαστό καλλιτέχνη Ορφέα. Την αγαπά αλλά δεν την σκέφτεται. Το μυαλό του γεμάτο με μουσική. Το δικό της παλεύει. Και παρασύρεται. Από τον θάνατο. Και κατεβαίνει στον Άδη, και συναντά τον πατέρα της, που είναι ήδη νεκρός.  Η ψυχή της θολώνει στα σκοτάδια και η χαμένη της παιδικότητα ξυπνά, με ό,τι «ένοχο» σέρνει δίπλα της. Ο πάνω κόσμος όμως και ο άντρας της την καλούν, την διεκδικούν, την απαιτούν. 
Και είναι τότε που η Ευρυδίκη επιλέγει. 


Αυτή είναι η μαγκιά με τους μύθους. Ενώ είναι σαφείς και ακλόνητοι για αιώνες, κάποια στιγμή γίνονται ευέλικτοι. Και ανατρέπονται και αναστρέφονται και λένε άλλα. 
Ενώ λοιπόν αιώνες απορούσες με τον Ορφέα, μα ο ανόητος, γιατί γύρισε και την κοίταξε, και του αναγνώριζες την αδυναμία της λαχτάρας της ερωτικής ή τον φόβο τού αν την έχει πώς θα εμπνέεται, τώρα, στον νέο μύθο που το έργο δημιουργεί, έρχεσαι να αναρωτηθείς, μα γιατί η Ευρυδίκη τον φώναξε, γιατί τον προκάλεσε να γυρίσει να κοιτάξει; 
Και έτσι κάπως στρογγυλεύει το πράγμα, μοιάζει να ισορροπεί. 


Αλλά η Ευρυδίκη δεν «σώζεται». Διαλύεται. Τα χάνει όλα, το κορίτσι και τη γυναίκα, και μπαίνει στο ποτάμι της λησμονιάς. 
Χαμένη ήταν από χέρι. 
Και οι αρχαίοι την πρόδωσαν και η αμερικανίδα συγγραφέας της την αποτελείωσε. Καμιά διέξοδο δεν της επέτρεψαν, κανένα παράθυρο ανοιχτό.
Κρίμα.

Καλή παράσταση, πολύ καλή, σκηνοθεσία, ευρήματα, ρυθμός, κίνηση, μουσική, φώτα, τέχνη υποκριτική, όλα. 


Μόνο ένα κενό μέσα στην  ψυχή τονίζεται, που από την Τέχνη θα περίμενες, συνήθως περιμένεις, λίγο να το γιατρέψει. Όχι με κολακείες και παινέματα. Μα δίνοντάς του λίγη τροφή. 
Το έργο αυτό τροφή δεν έδωσε. Πεινασμένους μας άφησε, με απορίες ήδη γνωστές. Ίσως επειδή έλειπε το συναίσθημα. Είχε παντού ακυρωθεί. Δεν ένιωθαν οι ήρωες, δεν νιώθαμε κι εμείς. Κι έτσι δεν ταυτιστήκαμε, δεν γίναμε ένα, κανέναν τους δεν ακολουθήσαμε. Τους βλέπαμε από μακριά, κι εκεί τους αφήσαμε. 
Δυνατό σημείο ήταν ότι το έργο δεν κάθισε πουθενά. Διαρκώς αιωρείτο, λέγοντας πολλά και συγχρόνως τίποτα. Δείχνοντας τα σκοτάδια χωρίς να μπαίνει φως.
Είναι κι αυτό μια τέχνη, σπουδαία ίσως. 
 

Λεπτομέρειες για την υπόθεση και την παράσταση μπορείτε να δείτε πατώντας εδώ .

 

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013 11:45

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: