Αντίγραφο - Το ποίημα της Δευτέρας - Μ*π*λ*α*κ Τ*ζ*α*κ

 

 Αρχίζοντας από την Δευτέρα 12-11-2012 και για 21 εβδομάδες θα αναρτούμε σε αυτόν το χώρο ποιήματα. Συνολικά εικοσιένα ποιήματα, κάθε εβδομάδα κι από ένα. Καλά νάμαστε, το τελευταίο θα το αναρτήσουμε τέλη Μαρτίου. Μέχρι τότε και μέχρι να συμπληρωθεί η εικοσιμιάδα μπορείτε να μας στέλνετε ένα ποίημα που κάποτε σας άρεσε ή σήμερα σας αρέσει πολύ.

Όποια στιγμή και αν ανοίγετε αυτό το θέμα μας θα μπορείτε να διαβάζετε – αν και το καλύτερο θάταν ν’ απαγγέλετε – το ποίημα της εβδομάδας που θα τρέχει, αλλά και όλα τα προηγούμενα που θα έχουν αναρτηθεί μέχρι εκείνη τη στιγμή. Μέχρι σήμερα, 11/2/13, μας έχουν έρθει 18 ποιήματα.11-2-2013: 14/21, "Αν με ξεχάσεις".

 

 

Αν με ξεχάσεις 

 

 


Ένα
θέλω να ξέρεις.
Ξέρεις πώς είν’ αυτό:
Αν κοιτάξω
το κρυστάλλινο φεγγάρι, το κόκκινο κλαδί
του αργού φθινοπώρου στο παράθυρό μου,
αν αγγίξω
πλάι στη φωτιά
την ατάραχη στάχτη
ή το ρυτιδωμένο σώμα του ξύλου,
όλα με φέρνουν σε σένα,
λες και ό,τι υπάρχει,
αρώματα, φως, μέταλλα,
είναι μικρά πλεούμενα που ταξιδεύουν
προς τα νησιά σου που με περιμένουν.
Μα..
Αν λίγο λίγο πάψεις πια να μ’αγαπάς,
θα πάψω κι εγώ να σ’αγαπώ... λίγο λίγο.
Κι αν ξαφνικά με ξεχάσεις,
μην ψάξεις να με βρεις
θα σ’έχω ήδη λησμονήσει.
Αν θεωρήσεις ότι κρατάει πολύ κι είναι τρελός
ο άνεμος από σημαίες
που περνάει απ’τη ζωή μου
κι αποφασίσεις
να με αφήσεις στην όχθη
της καρδιάς που έχω ρίζες,
σκέψου
πως εκείνη τη μέρα,
την ώρα εκείνη,
θα σηκώσω τα χέρια
και θα βγουν οι ρίζες μου
για να βρούνε άλλη γη.
Όμως
αν κάθε μέρα,
κάθε ώρα,
νιώθεις προορισμένη για μένα
με γλυκύτητα αψεγάδιαστη..
Αν κάθε μέρα ανεβαίνει
ένα λουλούδι στα χείλη σου για να με βρει..
Αχ αγάπη μου, δικιά μου,
μέσα μου όλη τούτη η φωτιά θα επαναλαμβάνεται.
Μέσα μου τίποτα δε θα σβήσει ούτε θα ξεχαστεί..
Η αγάπη μου τρέφεται από την αγάπη σου, αγαπημένη,
κι όσο θα ζεις, θα είναι μες στην αγκαλιά σου,
χωρίς απ’τη δική μου να φύγει


Το ποίημα αυτό ανήκει στη συλλογή " Στίχοι του καπετάνιου", 1952 και είναι του Πάμπλο Νερούδα, φιλολογικό ψευδώνυμο του Νεφταλί Ρικάρντο Ρέγιες Μπασοάλτο (12 Ιουλίου 1904 - 23 Σεπτεμβρίου 1973). Ο Νερούδα ήταν Χιλιανός συγγραφέας και ποιητής. Θεωρείται ο σημαντικότερος ποιητής του 20ού αιώνα στη Λατινική Αμερική καθώς και έντονα παραγωγική και ισχυρή προσωπικότητα. Τo 1971 του απονεμήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας, γεγονός που προκάλεσε αντιδράσεις λόγω της έντονης πολιτικής του δραστηριότητας. Γνωστός ως ο “μόνιμα ερωτευμένος ποιητής” εξέδωσε έργα διαφορετικών ειδών, όπως ερωτικά ποιήματα, έργα που διέπονται από τις αρχές του σουρεαλισμού, ακόμα και κάποια που έχουν χαρακτηριστεί ως πολιτικό μανιφέστο. Ζούσε στο έπακρο και στα ποιήματά του φαίνεται πως αποτύπωνε συναισθήματα που είχε σχηματίσει στο μυαλό του ως εικόνες καθώς και τις υπαρξιακές του ανησυχίες. Το ποίημα αυτό αρέσει στην Πασχαλιά Ζαπάλτα.
ΑΙΕΝ ΔΙΑΚΥΒΕΥΕΙΝ

 

Ούτε σιωπές βοηθούν ούτε και λέξεις
Σκοπεύοντας την αλήθεια
δε σκοπεύεις παρά τις φλέβες σου.

 

ΒΟΥΒΑΙΝΟΝΤΑΣ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ

 

Εξαντλώντας όλο το γαλάζιο
μικρό πουλί
στέκεται στο σύρμα μοναχό
κι όλο σωπαίνει

 

ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ

 

Παρά τη βεβαιότητα που φόρεσες
σε  βρίσκει κατάστηθα η αμφιβολία
σε συντρίβει

 

ΦΤΕΡΝΑ ΤΟΥ ΝΟΥ

 

Αγρίμια οι λέξεις μες στο νου
με πληγές κι άλματα φοβισμένα
Έφιππη αμφισημία τού βρίσκει φτέρνα 
και τις θανατώνει

 

Τα ποιήματα αυτά είναι του Πάνου Κυπαρίσση, ο οποίος γεννήθηκε το 1945 στην Οξυά Ιωαννίνων.
Λόγος μεστός, αφαιρετικός, απόσταγμα βαθιάς ανθρωπογνωσίας. Λόγος διεισδυτικός, λυρικός, σχεδόν σπαραχτικός ξεδιπλώνει με δωρική απλότητα τα ανθρώπινα. 
Ο Πάνος Κυπαρίσσης είναι  μαθηματικός και φιλόλογος, με θεατρικές σπουδές στη Σχολή του Θεάτρου Τέχνης και με δεκαετή θητεία στη Μέση Εκπαίδευση ως μάχιμος εκπαιδευτικός. Ανήσυχη προσωπικότητα, ασχολείται με την ποίηση, το δοκίμιο, τη μετάφραση, τη γλυπτική και τη ζωγραφική κι από το 1975 μας συντροφεύει με τα έργα του. Τα συγκεκριμένα ποιήματα που προέρχονται από την ενότητα  «Το σώμα» της συλλογής Μαύρο βαμβάκι, 2009, επέλεξε η Πέπη Πιερρουτσάκου.


 


 


 


Ισορροπία τρόμου

 

 

 

 

 


Πώς κόβεις  σε ίσα κομμάτια,
τη νύχτα και ξεχνιέμαι, πώς κόβεις
σε μικρά κομμάτια τυρί το φεγγάρι
και πίνουμε κρασί και δεν φεύγουμε
από αυτή τη χώρα: της γκιλοτίνας
των ξεχασμένων ποιημάτων
της τραυλής αγάπης.
(Μόνο ένα πουλάκι κελαηδεί
μεταξύ χειμώνα και άνοιξης)
και λέει κάτι για ελευθερία,
όταν ένα ρόδι σπάει, στην πόρτα σου
και μαζί με τους σπόρους πετάγεται
ένα λευκό άλογο, που τρέχει ακόμα 
αχνίζοντας.



Το ποίημα αυτό γράφτηκε από τον Γιάννη Κοντό, 

τον Μάρτιο του 1999.  

Ο Γιάννης Κοντός γεννήθηκε στο Αίγιο το 1943. Σπούδασε οικονομικά και εργάστηκε ως ασφαλιστής. Μεταξύ 1971-1976 διατήρησε, μαζί με τον Θανάση Νιάρχο, το βιβλιοπωλείο "Ηνίοχος", σημείο συνάντησης λογοτεχνών και διανοούμενων κατά τα τελευταία χρόνια της δικτατορίας. Στα γράμματα πρωτοεμφανίστηκε με ποίηση το 1965, και με το πρώτο του βιβλίο, το 1970. Έχει εκδώσει δεκαπέντε ποιητικά βιβλία, δύο βιβλία με πεζά κείμενα και τρία βιβλία για παιδιά. Το ποίημα αυτό αρέσει στη Μάρω Ζερβουδάκη.

 

 

 


 

 


Στ᾿ Ἀστεῖα Παίζαμε!

 

 


 

Δὲ χάσαμε μόνο τὸν τιποτένιο μισθό μας
Μέσα στὴ μέθη τοῦ παιχνιδιοῦ
σᾶς δώσαμε καὶ τὶς γυναῖκες μας
Τὰ πιὸ ἀκριβὰ ἐνθύμια ποὺ μέσα στὴν κάσα κρύβαμε
Στὸ τέλος τὸ ἴδιο τὸ σπίτι μας μὲ ὅλα τὰ ὑπάρχοντα.

 

Νύχτες ἀτέλειωτες παίζαμε, μακριὰ ἀπ᾿ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας
Μήπως πέρασαν χρόνια;
Σ
απίσαν τὰ φύλλα τοῦ ἡμεροδείχτη
Δὲ βγάλαμε ποτὲ καλὸ χαρτί, χάναμε·
χάναμε ὁλοένα, πῶς θὰ φύγουμε τώρα; ποῦ θὰ πᾶμε;
ποιὸς θὰ μᾶς δεχτεῖ;
Δῶστε μας πίσω τὰ χρόνια μας δῶστε μας πίσω τὰ χαρτιά μας

 

Κλέφτες!

Στὰ ψέματα παίζαμε!



Το ποίημα αυτό είναι του Μανώλη Αναγνωστάκη και περιείχετο στη συλλογή "Πλειάς" που κυκλοφόρησε το 1975. Ο μανώλης Αναγνωστάκης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1925. Σπούδασε Ιατρική. Πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση με το ΕΑΜ. Στον εμφύλιο καταδικάστηκε σε θάνατο. Η πρώτη του ποιητική συλλογή "Εποχές" κυκλοφόρησε το 1945. Πέθανε το 2005. Το ποίημα αυτό αρέσει στην Αντωνία Βαρθαλίτου

Δείτε όλα τα προηγούμενα



{slider="Υπόφωτο. Από Καίτη Καλαϊτζή"}

 

         Υπόφωτο            

Ύφεση   πολυφωνική.
  Ακολουθώ.
    Προσέχοντας  πού  πατάω.
Παντού   σπασμένο  μάκρος.

 

Μαλακιά   και  σκεπαστική    η   ατμόσφαιρα.
 Έτσι   σου΄ ρχεται  να  την  τραβήξεις  ως   επάνω
να  κουκουλωθείς   να  μη  βλέπεις  άλλο 
         τι  γρήγορα   κι΄ απρόσεχτα   ανακατεύουν   οι  χαμοί 
                           ό,τι   εμείς  αργά   αργά    και  προσεκτικά   ανακατεύοντας 
           καθυστερούμε  να χυθεί   απ΄ το πολύ πολύ  ρηχό  φλιτζάνι.


Το κομμάτι αυτό είναι απόσπασμα από το ποίημα "Υπόφωτο" και ανήκει στη συλλογή "Το τελευταίο σώμα μου " της Κικής Δημουλά, που κυκλοφόρησε το 1981. Πατώντας 

εδώ  μπορείτε να διαβάσετε όλο το ποίημα.


Η Κική Δημουλά γεννήθηκε στην Αθήνα το 1931.

Εργάστηκε ως υπάλληλος στην Τράπεζα της Ελλάδος από το 1949 έως και το 1973. 

Το 2002 έγινε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών —η τρίτη γυναίκα στην ιστορία της Ακαδημίας.  

Το 2009 της απενεμήθει το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας (Prix Européen de Littérature), για το σύνολο του έργου της.

Το ποίημα αυτό το επέλεξε  η Καίτη Καλαϊτζή.

{/slider}
{slider="Μαύρος κόρακας στη βροχή. Από Ρούλα Ζουπανιώτη"}
Μαύρος κόρακας στη βροχή

Πάνω στο ξερό κλαδί εκεί ψηλά
κουρνιάζει ένας βρεγμένος μαύρος κόρακας
που στρώνει ξανά και ξανά το φτέρωμά του μες τη βροχή.
Δεν περιμένω ένα θαύμα
ή ένα ατύχημα
να πυροδοτήσουν την όραση
μες τα μάτια μου, ούτε ψάχνω
πια στον ανερμάτιστο καιρό κάποιο σχέδιο,
μόνο αφήνω τα λεκιασμένα φύλλα να πέφτουν όπως πέφτουν,
χωρίς τελετή ή οιωνό.
 Παρ’ όλο που, τ’ ομολογώ, κάποιες φορές επιθυμώ
κάποια ανταπόκριση απ’ το βουβό ουρανό,
δεν έχω στ’ αλήθεια παράπονο :
Κάποιο αμυδρό φως μπορεί ακόμα
να ξεπηδήσει λευκόπυρο
 απ’ της κουζίνας το τραπέζι ή την καρέκλα
σαν μια ουράνια φωτιά που πότε πότε
κατέχει τα πιο αμβλεία αντικείμενα –
καθαγιάζοντας έτσι ένα διάστημα
αλλιώς ασυνεπές.
Επιδίδοντάς του γενναιοδωρία, τιμή,
κάποιος ίσως πει αγάπη. Ούτως ή άλλως, τώρα περπατώ
επιφυλακτική (γιατί θα μπορούσε να συμβεί ακόμα 
και σ’ αυτό το μουντό, ερειπωμένο τοπίο), δύσπιστη,
παρ’ όλα αυτά συνετή, αγνοώντας
πως ένας άγγελος ίσως διαλέξει να φεγγοβολήσει
άξαφνα δίπλα μου. Γνωρίζω μόνο πως ένας κόρακας 
που τακτοποιεί τα μαύρα φτερά του μπορεί να λάμψει τόσο
ώστε ν’ αδράξει τις αισθήσεις μου, ν’ ανασηκώσει
τα βλέφαρά μου και να μου παραχωρήσει
 μια σύντομη ανάπαυλα από το φόβο
της απόλυτης ουδετερότητας. Με λίγη τύχη,
μοχθώντας επίμονα μέσα απ’ αυτή την εποχή
της κόπωσης,
θα συρράψω ένα κάποιο κίβδηλο
περιεχόμενο. Τα θαύματα συμβαίνουν,
αν σ’ αρέσει ν’ αποκαλείς αυτά τα σπασμωδικά
τεχνάσματα ακτινοβολίας θαύματα. Η αναμονή άρχισε ξανά,
η μακριά αναμονή για τον άγγελο,
γι’ αυτή τη σπάνια, τυχαία κάθοδο.  

 
Το ποίημα αυτό είναι της Σύλβια Πλαθ. Η Πλάθ γεννήθηκε στη Βοστόνη το 1932 και πέθανε σε ηλικία 31 ετών αυτοκτονώντας στις 11-2-1963 στο Λονδίνο, στο σπίτι που έζησε ο αγαπημένος της ποιητής Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς.  Η πολυτάραχη ζωή, τα δυνατά ποιήματά της και, κυρίως, η 
αυτοκτονία της κατέστησαν την Πλαθ μια από τις διασημότερες αμερικανίδες ποιήτριες. Περισσότερα στοιχεία για την ίδια και την ποίησή της μπορείτε να βρείτε 

εδώ. Το ποίημα αυτό αρέσει στη 

Ρούλα Ζουπανιώτη.

{/slider}

{slider="Πρωτοχρονιές ραδιοφώνου. Από Ομάδα διαχείρισης"}
Πρωτοχρονιές ραδιοφώνου



Πρωτοχρονιές σε χρόνους άλλους
Πρωτοχρονιές με τους μεγάλους
μικρός εσύ, μικρός κι ο χρόνος
αλλάζατε κι οι δυο συγχρόνως.

Λίγο μετά, στα δεκαεφτά
με τους γονείς σου ήσουν πάλι
μα αισθανόσουν ήδη απών
σε συντροφιά συμμαθητών
το σπίτι σου έχανε εξουσία
κι ο χρόνος την κρυφή του ουσία.

Ύστερα γιόρταζες με φίλους
σ’ ένα δωμάτιο καπνού
το Θαύμα πάλι ήταν αλλού
στις παιδικές Πρωτοχρονιές σου
στον χρόνο που άλλαζε μαζί σου
πριν μεγαλώσει η αντίστασή σου.

Τώρα τι κλαις και τι γκρινιάζεις
Πρωτοχρονιά είναι και γιορτάζεις
την λίγη πίστη του ενηλίκου
στην παιδική ανατολή του.

Πρωτοχρονιές, γιορτές του χρόνου
Πρωτοχρονιές του ραδιοφώνου
πως θα τις γιόρταζες εσύ
τώρα που έχεις το κλειδί;

Μικρό κλειδί και σ’ οδηγάει
σ’ ένα παράσπιτο στο πλάι
σ’ ένα μικρό – μικρό πλανήτη
πλάι στο μεγάλο άδειο σπίτι.

Πάει ο καιρός που οι δικοί μας
σκηνοθετούσαν τη γιορτή μας
και είσαι συ που πρέπει τώρα
να υψώσεις της γιορτής τα δώρα.

Ποιος θα νοιαστεί και ποιος θα παίξει
Χρονοποιός ας είναι η λέξη
γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα
κι εμείς τους δίνουμε ένα σχήμα.



Λοιπόν, σήμερα λόγω μέρας, κάναμε μία παρασπονδία. Δεν αναρτήσαμε κάποιο ποίημα, αλλά τα στιχάκια απ'το τραγούδι του Δ. Σαββόπουλου "Πρωτοχρονιές ραδιοφώνου" - 1998. Ο Σαββόπουλος ( 1944 Θεσ/νικη) κάνει κι εδώ αυτό που ξέρει πολύ καλά. Μετατρέπει το προσωπικό βίωμα σε κοινό περνώντας το από το άρωμα της ποίησης. Όμως όταν πρόκειται για στιχάκια όλοι ξέρουμε πως τελικά η παρτίδα παίζεται στο τραγούδι. Πατώντας λοιπόν, εδώ   μπορείτε να το απολαύσετε. Ένα άλλο, σχετικό με πρωτοχρονιά τραγούδι είναι το "Ο χρόνος που μετράει", του Λούτσιο Ντάλα, διασκευή Δ.Σαββόπουλου, 1983. Πατώντας   εδώ  μπορείτε να το ακούσετε. Καλή χρονιά παιδιά και φιλιά στους δικούς μας. Ομάδα διαχείρισης.  
{/slider}

{slider="Γιατί μ'αγάπησες. Από Μαρία Μποζινάκη"}
 



Γιατί μ'αγάπησες


Δεν τραγουδώ, παρά γιατί μ' αγάπησες
στα περασμένα χρόνια.
Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα
και σε βροχή, σε χιόνια,
δεν τραγουδώ παρά γιατί μ' αγάπησες.


Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου
μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα,
μόνο γι' αυτό είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο
κι έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα,
μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.


Μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν
με την ψυχή στο βλέμμα,
περήφανα στολίστηκα το υπέρτατο
της ύπαρξής μου στέμμα,
μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν.


Μόνο γιατί μ' αγάπησες γεννήθηκα
γι' αυτό η ζωή μου εδόθη
στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη
μένα η ζωή πληρώθη.
Μόνο γιατί μ' αγάπησες γεννήθηκα.


Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ' αγάπησες
έζησα, να πληθαίνω
τα ονείρατά σου, ωραίε, που βασίλεψες
κι έτσι γλυκά πεθαίνω
μονάχα γιατί τόσο ωραία μ' αγάπησες.




Το ποίημα αυτό το έγραψε η Μαρία Πολυδούρη. Ανήκει στη συλλογή της "Οι τρίλλιες που σβύνουν" η οποία κυκλοφόρησε το 1928. Η Πολυδούρη γεννήθηκε την 1η Απριλίου 1902 στην Καλαμάτα. Το 1922 γνωρίστηκε με τον  ομότεχνός της Κώστας Καρυωτάκης. Μεταξύ τους αναπτύχθηκε ένας σφοδρός έρωτας, που μπορεί να κράτησε λίγο, αλλά επηρέασε καθοριστικά τη ζωή και το έργο της. Πέθανε από φυματίωση στις 29 Απριλίου του 1930.
Η Μαρία Πολυδούρη ανήκει στη γενιά του 1920 που καλλιέργησε το αίσθημα του ανικανοποίητου και της παρακμής. Ο έρωτας και ο θάνατος είναι οι δύο άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφεται η ποίησή της. Το ποίημα αυτό το μελοποίησε ο Δ.Παπαδημητρίου και το τραγούδησε η Ελευθερία Αρβανιτάκη. Μπορείτε να το ακούσετε  εδώ . Το ποίημα αυτό το επέλεξε η Μαρία Μποζινάκη.

{/slider}

{slider="ΑΡΓΟΠΕΘΑΙΝΕΙ (Muere lentamente). Από Μαρία Σπυράκου"}
ΑΡΓΟΠΕΘΑΙΝΕΙ (Muere lentamente)
Αργοπεθαίνει
όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας,
επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές,
όποιος δεν αλλάζει το βήμα του,
όποιος δεν ρισκάρει να αλλάξει χρώμα στα ρούχα του,
όποιος δεν μιλάει σε όποιον δεν γνωρίζει.


Αργοπεθαίνει
όποιος έχει την τηλεόραση για μέντορα του


Αργοπεθαίνει
όποιος αποφεύγει ένα πάθος,
όποιος προτιμά το μαύρο αντί του άσπρου
και τα διαλυτικά σημεία στο “ι” αντί τη δίνη της συγκίνησης
αυτήν ακριβώς που δίνει την λάμψη στα μάτια,
που μετατρέπει ένα χασμουρητό σε χαμόγελο,
που κάνει την καρδιά να κτυπά στα λάθη και στα συναισθήματα.


Αργοπεθαίνει
όποιος δεν “αναποδογυρίζει το τραπέζι” όταν δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του,
όποιος δεν ρισκάρει τη σιγουριά του, για την αβεβαιότητα του να τρέξεις πίσω από ένα όνειρο,
όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του, έστω για μια φορά στη ζωή του, να ξεγλιστρήσει απ’ τις πάνσοφες συμβουλές.


Αργοπεθαίνει
όποιος δεν ταξιδεύει,
όποιος δεν διαβάζει,
όποιος δεν ακούει μουσική,
όποιος δεν βρίσκει το μεγαλείο μέσα του


Αργοπεθαίνει
όποιος καταστρέφει τον έρωτά του,
όποιος δεν αφήνει να τον βοηθήσουν,
όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη κακή του τύχη
ή για τη βροχή την ασταμάτητη


Αργοπεθαίνει
όποιος εγκαταλείπει την ιδέα του πριν καν την αρχίσει,
όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει
ή δεν απαντά όταν τον ρωτάν για όσα ξέρει


Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις,
όταν θυμόμαστε πάντα πως για να ‘σαι ζωντανός
χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη
από το απλό αυτό δεδομένο της αναπνοής.


Μονάχα με μια φλογερή υπομονή
θα κατακτήσουμε την θαυμάσια ευτυχία.




 Ο Πάμπλο Νερούδα

, φιλολογικό ψευδώνυμο του Νεφταλί Ρικάρντο Ρέγιες Μπασοάλτο (12 Ιουλίου 1904-23 Σεπτεμβρίου 1973) ήταν Χιλιανός συγγραφέας και ποιητής. Θεωρείται ο σημαντικότερος ποιητής του 20ού αιώνα στη Λατινική Αμερική[1]. Του απονεμήθηκε το 1971 το Νόμπελ Λογοτεχνίας, γεγονός που προκάλεσε αντιδράσεις λόγω της πολιτικής του δραστηριότητας. Εξέδωσε ποιητικές συλλογές ποικίλου ύφους, όπως ερωτικά ποιήματα, έργα που διέπονται από τις αρχές του σουρεαλισμού, ακόμα και κάποια που θα μπορούσαν να θεωρηθούν πολιτικά μανιφέστα. Το ποίημα αυτό μας το έστειλε η Μαρία Σπυράκου.

{/slider}

{slider="Αν καμιά φορά .....". Από Ιωάννη Κυπαρίσση}



Αν καμιά φορά με πιάσεις να λέω ψέματα

-σταμάτα να σου πω-

μη βιάζεσαι και με λες…ψεύτρα.

Είναι τώρα που δεν μπορώ να ξεχωρίσω πια

και μπερδεύω που σταματάει τ’όνειρο

και που αρχίζει η αλήθεια…

αλλά κι αυτό

Τρομοκρατία: εξουσιάζω δια της βίας. Τρόμου.

 Και τρομοκράτης τι θέλει να πει;;;

Δεν θέλω απάντηση από αυτούς που την επινοήσανε

Ζητάω απάντηση απ’τους λαχανιασμένους

Τα δύο αυτά ποίηματα τα έχει γράψει η Κατερίνα Γώγου. Το πρώτο είναι από την συλλογή "Ιδιώνυμο" που κυκλοφόρησε το 1980 και το δεύτερο από τη συλλογή " Ο μήνας των παγωμένων σταφυλιών" που κυκλοφόρησε το 1988. 

Η Κατερίνα Γώγου γεννήθηκε στην Αθήνα στις 1 Ιουνίου 1940 και αυτοκτόνησε στις 3 Οκτωβρίου 1993. Ξεκίνησε από μικρή καριέρα στην ηθοποιία αλλά αργότερα στράφηκε στην ποίηση.Τα ποιήματα της είναι γνωστά για τον αντισυμβατικό και συνειρμικό χαρακτήρα τους καθώς και τις αναρχικές ιδέες που πρόβαλε. 

Τα ποίηματα αυτά τα επέλεξε

ο Ιωάννης Κυπαρίσσης.

{/slider}
         

{slider="Το δάσος". Από Γιούλα Αθανασίου}
Tο δάσος


Τὸ δάσος ποὺ λαχτάριζες
ὥσπου νὰ τὸ περάσεις,
τώρα νὰ τὸ ξεχάσεις
διαβάτη ἀποσπερνέ.


Μιὰ αὐγινή, τὸ κούρσεψαν
ἀνίδρωτοι λοτόμοι,
κι ἐκεῖ εἶναι τώρα δρόμοι
διαβάτη ἀποσπερνέ.


Τὸ τρίσβαθο ἀναστέναγμα
ποὺ ἄγγιζε τὴν καρδιά σου
κι ἔσπαε τὰ γόνατά σου
δὲ θὰ τ᾿ ἀκούσεις πιά,


τὸ πήρανε στὰ διάπλατα
περίτρομα φτερά τους
καὶ τό ῾καμαν λαλιά τους
τὰ νύχτια τὰ πουλιά.


Καὶ κάτι ποὺ βραχνόκραζε
μὲ μιὰ φωνὴ ἀνθρώπου,
στὸ ἡμέρωμα τοῦ τόπου
βουβάθηκε κι αὐτό.


Τὸ σιγαλὸ τραγούδισμα 
ποὺ σ᾿ ἔσερνε διαβάτη
σὲ μαγικὸ παλάτι
δίχως ἐλπίδα αὐγῆς,


τὸ πήρανε -γιὰ κοίταξε-
στερνὴ ἀνατριχίλα
τὰ πεθαμένα φύλλα
ποὺ ἀπόμειναν στὴ γῆς.


Κι ἡ ἅρπα μὲ τὸν ἦχο της
ποὺ σὲ γλυκομεθοῦσε
μὰ κρύφια σοῦ χτυποῦσε
θανάτου μουσική,


χάθηκε μὲ τὴν ἄγγιχτη
ποὺ τὴν κρατοῦσε κόρη,
στὰ πέλαγα, στὰ ὄρη,
νὰ μὴν ξανακουστεῖ.


Τὸ δάσος ποὺ λαχτάριζες
ὥσπου νὰ τὸ περάσεις,
τώρα νὰ τὸ ξεχάσεις
διαβάτη ἀποσπερνέ,


γεννήκαν νεκροκρέβατα
τ᾿ ἄγρια δεντρά του τώρα
καὶ θὰ τὰ βρεῖς στὴ χώρα
διαβάτη ἀποσπερνέ.

αποσπερνέ: διαβάτη του εσπερινού

Το ποίημα "Το δάσος" το έγραψε ο Μιλτιάδης Μαλακάσης το 1895. Ο Μαλακάσης γεννήθηκε το 1869 στο Μεσολόγγι, από πλούσια οικογένεια.  Πέθανε στις 27 Ιανουαρίου του 1943.

Το 1924 τιμήθηκε με το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και το 1932 εκλέχτηκε πρόεδρος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών. 
Συνολικά το ποιητικό του έργο του Μαλακάση χαρακτηρίζεται από απαισιόδοξη διάθεση. Άλλα χαρακτηριστικά της ποίησης του είναι η στιχουργική επιδεξιότητα και η μουσική αίσθηση.  
Το ποίημα αυτό το επέλεξε η Γιούλα Αθανασίου.
{/slider}

{slider="Όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι". Από Ρένα Γκουσέτη}

Όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι,



ο νους μου πάει στους τσαλακωμένους,
σ' αυτούς που ώρες στέκονται σε μια ουρά,
έξω από μια πόρτα ή μπροστά σ' έναν υπάλληλο,
κι εκλιπαρούν με μια αίτηση στο χέρι
για μια υπογραφή, για μια ψευτοσύνταξη.

Όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι,
γίνομαι ένα με τους τσακισμένους.


Ένα ποίημα του  Ντίνου Χριστιανόπουλου. Ανήκει στη συλλογή του "Ανυπεράσπιστος καημός" (1960).

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος γεννήθηκε 

στη Θεσσαλονίκη στις 20 Μαρτίου 1931. Είναι ένας σύγχρονος βραβευμένος Έλληνας ποιητής, διηγηματογράφος, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, ερευνητής, λαογράφος, εκδότης και βιβλιοκριτικός. Το πραγματικό του όνομα είναι Κωνσταντίνος Δημητριάδης.      Το ποίημα του αυτό αρέσει στη Ρένα Γκουσέτη. 

{/slider}


{slider="Τρεις χάντρες από το ίδιο κομπολόι, του Ασυγχώρετου". Από Ράνια Ροκιά}

Τρεις χάντρες από το ίδιο κομπολόι, του Ασυγχώρετου.

 

Τις διαβατάρικες μην τουφεκάς αγριόχηνες

Άσ’τες να φύγουν κατά τον βοριά.

Σα ρίξης τουφεκιά, τουφέκα το ζευγάρι

Μην αποχωριστούν τα δυό πουλιά.

 

Δύο πουλάκια ήμασταν, τα δυο αγαπημένα

και πέρασ’ένας κυνηγός και σκότωσε το ένα.

Ανάθεμά σε κυνηγέ που σκότωσες το ένα

και δεν μας σκότωσες τα δυό να πάμε αγκαλιασμένα.

 

Να λησμονήσεις φίλους, να περιγελάσεις τον τεχνίτη,

και το βαθύτερο μυαλό να το περνάς μικρό και τιποτένιο,

ο Θεός το συγχωράει – μην ταράξεις μόνο

ποτέ σου την ειρήνη των αγαπημένων.



Το πρώτο είναι του κινέζου Σεν Χσούν, που έζησε περίπου τον 10ο μ.Χ αιώνα. Ο Χσούν βρέθηκε από έναν δούλο του σκοτωμένος μαζί με τη γυναίκα του.

Το δεύτερο είναι από ένα δημοτικό τραγούδι της Θεσσαλίας, πιθανόν του 16ου μ.Χ αιώνα.

Το τρίτο είναι του γερμανού ποιητή Φρήντριχ Χαίλντερλιν ( 1770-1843) γραμμένο το 1798 μ.Χ στη Φραγκφούρτη.

Το/α «ποίημα» μας το έστειλε η Ράνια Ροκιά.

{/slider}


{slider="Υμνώ το σώμα" του Τίτου Πατρίκιου. Από Οδυσσέα}

Υμνώ το σώμα


 Υμνώ το κατορθωμένο σώμα σ’όλες του τις εποχές

όχι μονάχα στην εαρινή, την πρώτη

που όλα τα σώματα είναι από μόνα τους ωραία.

Υμνώ το σώμα που διασχίζει τους καιρούς

όπως καράβι τους ωκεανούς, που συνεχίζει

παρά τα ρήγματα ,τις ζημιές, τις αβαρίες,

που μπορεί να αναγνωρίζει όλες τις δικές του απώλειες.

 

Υμνώ το σώμα που πλάθει τη συνείδησή μου

που φυλάει σε μια κρυψώνα του όσα της ξεφεύγουν

που γεννάει αισθήσεις , σκέψεις , τη μιλιά μου. Το σώμα

που όταν χαθεί θα ζει μες τις δικές μου λέξεις

αυτό που μου γέννησε και τη λέξη χρόνος,

γιατί χωρίς το ανθρώπινο κορμί χρόνος δεν υπάρχει

ή κι αν υπάρχει, ποτέ δεν αποχτάει νόημα.

 

Υμνώ το σώμα που με αντέχει, δεν μ’έχει βαρεθεί

δεν μ’έχει αποτινάξει από πάνω του

το σώμα που ότι και αν του κάνω

με μεταφέρει, με μετακινεί, με κρατάει ορθό.

Υμνώ το απόλυτο σώμα, το σώμα όλων ,το δικό μου

που με καλύπτει, μ’έχει σφιχτά αγκαλιασμένο

αυτό που μαζί μια μέρα θα τελειώσουμε.

 


Οι παραπάνω τρεις στροφές είναι απόσπασμα από το ομότιτλο ποίημα αυτό του Τίτου Πατρίκιου, το οποίο το δημοσίευσε τον Ιούλιο του 2010. Πατώντας http://n-tomaras.blogspot.gr/2012/02/blog-post_22.html   μπορείτε να ανοίξετε και ν’ απαγγείλετε όλο το ποίημα.

Τίτος Πατρίκιος: Γιός ηθοποιών, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1928. Αποφοίτησε από τη Βαρβάκειο σχολή και κατόπιν από τη Νομική του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στην διάρκεια της Κατοχής ήταν μέλος του ΕΛΑΣ. Κατόπιν εξορίστηκε στη Μακρόνησο. Το 1994 τιμήθηκε με το Κρατικό βραβείο Λογοτεχνίας.

Το ποίημα αυτό το επέλεξε ο Οδυσσέας.

{/slider}


Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2013 05:30

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: