Ντόπια διηγηματάκια και ποιηματάκια

Ντόπια διηγηματάκια και ποιηματάκια (10)

Ο τρελός και το παράθυρο

 

Μια φορά μ 'έναν καιρό μέρες συννεφιασμένο ένας τρελός γνώρισε μια ηλιαχτίδα.
Ο δικός μας τρελός έπασχε από έντονη και συνεχή κατάπληξη. Έτσι, κλεινόταν στο θάλαμο 9, που του προσέφερε ηρεμία και σφυγμό δευτερολέπτου.

Άμα χάνεις

 

Άμα χάνεις
τα κλειδιά σου, την ψυχραιμία σου,
τα βάζεις με τον εαυτό σου
μ' ότι βρίσκεις του χεριού σου.

Mια τρομερή αναίτια έκρηξη

 

Την ώρα που προσευχόμουνα αρπαγμένος
μια τρομερή αναίτια έκρηξη,
τινάχτηκε στα ουράνια μαζί με όλο το ιερό,
o πάντα δίπλα στους ανάγκη έχοντες 
όπως όλος ο κόσμος το παραδέχεται.

Φόβος

Eίναι ένα βάρος που σαπίζει πάνω στο στέρνο σου.

Είναι η οργή που σιγοκαίει μέσα σου.

Ο αιώνιος πόθος να γευτείς τη γαλήνη, ενώ μέσα σου φιλοξενείς ένα μικρό χάος.


Χρειάζομαι λέξεις.

ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΔΙΧΩΣ ΝΟΗΜΑ

 

Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια όχι και τόσο μακρινή εποχή μεγάλωνε ένα παιδί που δεν ονειρευόταν το γενναίο ιππότη στο άσπρο άλογο του, αλλά τον ταξιδεμένο βάρδο που κάπνιζε ρυθμούς μ' έναν αυλό.
Δεν έπαιζε με ξύλινα σπαθιά μ' αγαπούσε τ' αεροβόλα. Κρυβόταν, έβρισκε τον στόχο του - χωρίς ο στόχος να βρίσκει εκείνο- και ¨μπαμ¨.

O άνθρωπος που περιμένει

Ορμητική. Η νιότη μας.


Αδύναμη. Η σιγουριά μας.


Νοερό.Το ενδιαφέρον μας. Παραμένουμε στη σκέψη.


Θρασύς. Ο τόνος μας.

Θα, το 2012,..χορέψουμε μαζί ;

 

Η εποχή όχι νυχτολούλουδο, όχι εσύ

Πας καλά ; τον ρώτησα


Όχι όταν σε ξεχνάω, όταν κοιμάμαι

όταν σκυλιάζω και τυφλώνομαι

στο κρεβάτι σα γυναίκα βιδωμένη

τριγυρνάω παντού.

Σημειώσεις σε Λα Ελάσσoνα (σημασία)

 

Εγώ τις νύχτες δε γελώ.                                                                             

Kλέβω χαρά και την πουλάω

για δική μου. 

Με την αλλαγή της ώρας τι αλλάζει;

 

αφού ξανά σε πλαγιάζει

 τρυφερά σ' αγκαλιάζει

τ’ αρχαίο μοτίβο

 μιας ποίησης νόστου ντροπαλού.

O κύβος ερρίφθη.

Μια σύντομη ιστορία μιάς άλλης φωτιάς

 Έτσι ξεκίνησε και αυτή η ιστορία,
σαν παραμύθι μιας φοράς κι ενός καιρού.
Φωνές της νιότης οι σπίθες της καρδιάς
μαρτυρίες των απλών θνητών ζωών.
Τότε που η φωτιά μεγάλωνε, θέριευε, κυβερνούσε
ακλόνητη, απρόσιτη, κλεισμένη σε γυαλί
φυλακισμένη κι όμως ελεύθερη στο χρόνο και στα πάθη.
Είπαν πως η βροχή τη μίσησε κ’ ήθελε να την πνίξει
πως ο άνεμος τη ζήλεψε κ’ ήθελε να τη σβήσει
πως οι βροντές και οι αστραπές βοήθησαν ν’ ανάψει
πως ο ουρανός τη λάτρεψε κ’ ήθελε να της μοιάσει.
Είπαν πως ερωτεύτηκε μα όλοι τη φοβούνταν
πως την εκμεταλλεύτηκαν μόνο για το καλό τους
πως προδομένη έμεινε, μόνη και πληγωμένη
και όλοι οι άλλοι γύρευαν για την καταστροφή της.
Κ’ ύστερα πέρασε ο καιρός
κ’ εκείνη αλλαγμένη ύφαινε την οπλιά της
να φυλακίσει για να εκδικηθεί αυτούς που την πληγώσαν
και για να κάψει ζωντανούς όσους τη φαρμακώσαν.
Πώς να νικήσεις, όμως, μάτια μου, τους ήδη κολασμένους???
Αφού η ζήλια και ο θυμός ποτέ δεν ηττηθήκαν...
Είπαν πως έσπασε το γυαλί και πέθανε μονάχη
και πως δεν άντεξε στον κόσμο να υπάρχει
ήπιε νερό και έσβησε αφήνοντας δυο λέξεις :
"ουρανέ μου, δύναμη να έχεις για αντέξεις".