Eν-τρέπομαι = στρέφομαι εντός, στον εαυτό μου.

Χρήσιμο, κι απαραίτητο, ενίοτε.

Ίδια η ρίζα της λέξης με το «ντρέπομαι»,


μα η Φυσική, η Χημεία , η Ψυχολογία

και οι Οικονομικές επιστήμες, 

  της δίνουν και μια άλλη διάσταση.