Φωτό που τράβηξα, φράσεις που σκέφτηκα;

Βράδιαζε και σαν να είδα στο κέντρο της πόλης, εδώ σ'εμάς στην άκρη,

κάτι τρύπες μυστήριες, υγρές, που έβγαζαν ένα φως άγνωστο σε μένα.

Είδα κι εσένα, έξω . Φως από αγιασμένα νερά.  

Πήρα τη φωτογραφική, βγήκα στους δρόμους κι αφέθηκα.

 

 

Οι εικόνες που ήδη  είναι 

μισοζωγραφισμένες μέσα μας ,

είναι αυτές που τολμάμε και κοιτάζουμε στα μάτια,

εκεί έξω μας.

Αλλά και με τις ιδέες μπορεί

να.. ναι, να συμβαίνει το ίδιο.

Πλάκα έχει.

Αν και όχι πάντοτε,

όχι με όλους.

Κάποιους, ο αναβρασμός του κόσμου 

τους ανοίγει τ' άλλα μάτια.


Το αίμα τους τότε,

παίρνει τις ίδιες αυτές εικόνες,

που παίζουν στα νεογέννητα μάτια,

και τις οδηγεί χαρούμενα

στα υπόγεια της ψυχής.

Ακόμα κι αν είναι κουνημένες.


Εκεί μια βασίλισσα αλχημεία τις μεταμορφώνει 

σε τσίλικη ιδέα.

Ασυμβίβαστη.

Ερωτιάρα.

Αντιύλη εν δράσει.



Πια δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του. Πια, όλα όσα χρόνια αγαπούσε, 

τώρα, τα βλέπει με μισό μάτι.

                    Όλα όσα σε είχαν βαρεθεί, επίσης. Ο εαυτός σου, λόγου χάρη.

Οι εικόνες, μέσα στις οποίες εν δυνάμει είναι αιχμάλωτος,

δε λένε πάντα όλη την αλήθεια.

Είναι βεβαίως ο αφρός της τρικυμίας του κόσμου,

η κορυφή του παγόβουνου.

Αλλά πως να κάνεις εικόνα,

τη βρύση που τρέχει για ώρα και δεν την ακούς, δεν τη βλέπεις;

Που τρέχει, αφού ξέχασες να την κλείσεις

μετά που γέμισες το ποτήρι σου;

Που το γέμισες, μα ξέχασες να πιεις,

ενώ διψούσες σα να'σουν χρόνια χαμένος σε έρημο.

Και εκείνος ο πόνος που σε πέθανε,

όταν έβγαλες από τον αναμμένο φούρνο,

με τα χέρια γυμνά, τη γάστρα;


Δε φωτογραφίζονται αυτά από καμιά κάμερα, από κανένα θεό.

Και βεβαίως δεν σου επιτρέπουν να κολλήσεις ένσημα,

ντροπή πράμμα, σε καμιά επαναστάση,

ακόμα κι αν της άναψες χίλιες φωτιές. 


Όσο για τα στριμμένα όνειρα με τα οποία ξύπνησες πάλι σήμερα τα χαράματα,

πόσο θα ήθελες να σ'άφηναν να παρηγορήσεις αυτήν την εγωπαθή, που ξεροσταλιάζει μπροστά στις εκπτώσεις,

αυτόν, τον μονίμως χαμένο,

που ξημεροβραδιάζει μέσα στους ναΐσκους της τύχης,


η βουτάει από σωματική ανάγκη

στους κάδους των σκουπιδιών.

Αναρωτιέσαι αν το χέρι σου στον ώμο τους, πρόσκαιρη βοήθεια,

περισσότερο κακό θα τους κάνει παρά καλό.

Ότι κι αν λέμε όμως

η αγριάδα στα πρόσωπα δεν προμηνύει σωτηρία. 

Τουλάχιστον φοβούνται για λίγο οι αθάνατοι του πλούτου. Καραμπόλα.

Τουτέστιν, ένεκα αυτού του φόβου,

θα ντραπεί για λίγο η βαρβαρότητα στον κόσμο μας,                              και μετά οι αθάνατοι,

θα δουν κι αυτοί κάποιο βράδυ που'βρεχε, ανήσυχα όνειρα.

 Μίλα λιγότερο. Στο'χω ξαναπεί.

Όσο πιο λίγο μιλάς, τόσο λιγότερο πυροβολείς.

Όσο πιο άνετος αισθάνεσαι για την άποψή σου,

τόσο πιο λίγο υπολογίζεις τον άλλο.

Σε κάθε περίπτωση

να ξέρεις πως είναι έτοιμος να σε νοικιάσει, να σε πουλήσει, να σ'αποτελιώσει. Το απολαμβάνει. 

Αλλά κι εσύ δεν πας πίσω. Είστε το ιδανικό ζευγάρι για να κάνετε τη ζωή αφόρητη.

Τη δικιά σας και των άλλων.


Τι μένει; 

Η αιώνια δύναμη. Η σούπερ ασφάλεια. Ο πόθος του πόθου ως χρυσός!

Πολλές φορές τον θέλεις πιο πολύ και από την υγειά σου.

Είναι συνηθισμένο όμως, μην ανησυχείς.

               Ιδίως ανάμεσα στους βλάκες, στους σπάγγους και στους ανεπαρκείς σαν κι εσένα το βλήμα, που θέλουν πάντα λύσεις πρακτικές, εφικτές, μπότοξ,


     ή και σαν εμένα όταν σ'αγαπάω

     ανεπιφύλαχτα και μάταια τρελά.


Όμως για να μη νοιώθεις

ότι όλα γύρω σου τ' αγκάθια είναι

καρφιά του Χριστού,

πέταξε το σφυρί σου

όσο πιο μακριά μπορείς,         


                                     κι άσε για λίγo δικέ μου να ξεμυτίσει στο φως,

             εκείνο το ακαταμάχητο χαμόγελο

           του παιδιού που υπήρξες κάποτε.

Αλλά να ξέρεις, στο λέω από πρώτο χέρι, παθών όντας,

και αυτό να σου προκύψει,

δεν υπάρχει καμιά σιγουριά ότι κάτι καλό στο τέλος θα συμβεί;

Εκτός κι αν δεν σε νοιάζει. Σε νοιάζει;

 


Άσχετο; Δε θάλεγα.

Υπό ατμόν οι νέοι. Ποιοι όμως; 

Οι τολμηροί; Οι ανήσυχοι;

Οι μη έχοντες μοίρα σε κάποιο ήλιο,

έστω πράσινο ψόφιο;  

Σίγουρο πάντως πως πολλοί θέλουν

να ρίξουν μαύρη πέτρα πίσω τους. 

Ξέξασπρη.

Και βρίζουν. Δυνατά.

...βοήθα καλέ μου, μη φαγωθούμε μεταξύ μας...

Που πάνε;

Τι Αμέρικα αφέντρα, τι Αγγλία μεγαλεία,

τι Ευρώπας του σχιζοευρώ,

και πολλοί στην Αστραλία, που έλεγε η Βασιλειάδου,

όμως αυτή είχε τους λόγους της.

Πωλούνται;  Όπως παλιά; 

Περίπου, γιατί τώρα ξεγελασμένοι εγγράμματοι στον άσσο,

ενώ παλιά, οι με άδεια χέρια κυνηγημένοι περισσεύανε.

Δες, τα παιδιά κάποιων γνωστών μου, που; 

Στο Μακάο παρακαλώ.

Σα να λέμε στου διαόλου τη μάνα.

Έτσι μου φάνηκε εμένα.

Αλλά εφτά μήνες άνεργοι, νιόπαντροι,

πως αντέχεται;  

Μακάο όμως υπάρχει και στη γειτονιά μου.

Εγώ από αυτό ψωνίζω.

Ή αυτό με πουλάει;

Άναψε το τσιγάρο δως μου φωτιά,                   

         έχω; έχεις; έχει; 

       μεγάλο ντέρτι μες

            την καρδιά...

                                                                          

   

 ....ντρίιιιιννν.... 
ντρίιιιννν σου λέω,
δεν τ'ακούς;
πήγαινε και σήκωσέ το επιτέλους,

το γαμημένο....

 Μπορεί και να'ναι τ'Όνειρο..ξέρετε..το αρνητικό των Φίλων.

Τελευταία τροποποίηση στις Σάββατο, 16 Μαρτίου 2013 13:18

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: