Περήφανη Πειραιώτισσα

 

Είμαι πολύ υπερήφανη που είμαι Πειραιώτισσα. Κι ακόμα πιο υπερήφανη που οι παιδικές και ανεξίτηλες μνήμες μου ανήκουν στην Δραπετσώνα, και θα ανήκουν μέχρι να πεθάνω. 
Είναι οι μνήμες από τη γιαγιά μου, τον παππού μου, τον θείο μου. Τους καλύτερους παππούδες του κόσμου, τον καλύτερο θείο του κόσμου. Καλύτερο κι από αυτόν, του Φάνη. 

Είναι οι μνήμες της Όλγας και του Ντίνου. Του Ντίνου που δούλευε οδηγός σχολικού και πήγαινε τη γειτονιά εκδρομή τις Κυριακές. Της Πασχαλιάς, της Κυρίας Μαρίας και του Κυρίου Σπύρου, που έπινε το ουζάκι του κάθε απόγευμα έξω από την προσφυγική του παράγκα δίπλα στης γιαγιάς μου, πάνω σε ένα ασβεστωμένο βραχάκι. 

Είναι οι μνήμες από την Ελενίτσα -του τότε- και την Χρυσούλα, που το άρρωστο μυαλό της την έτρεχε στα σοκάκια της φτωχολογιάς στα τέλη του ‘60 και τις αρχές του ‘70.

Μιας φτωχολογιάς που έβγαλε τους μεγαλύτερους ανθρώπους κι άνθισε από την καλοσύνη και την αγάπη των προσφύγων, που ανέδειξαν όχι μόνο την περιοχή αλλά και όλη την Ελλάδα. Πρόσθεσαν τον πολιτισμό τους στα αρχαία της μάρμαρα, στη φιλοσοφία, στη μουσική και στην ποίηση. Απέκτησε η Ελλάδα μια γλύκα μοναδική. Απέκτησε τη ζεστασιά που έλειπε για να απαλύνει την τραχύτητά της.

Είναι οι μνήμες από το λιμάνι, όπου αγναντεύεις τα πλοία να πηγαινοέρχονται και κάνεις νοερά ταξίδια σε όλα τα μέρη που επιθυμείς.  Απλώνεις το χέρι από ένα παράθυρο της Δραπετσώνας και νομίζεις ότι πιάνεις το πλοίο, νοιώθεις πως με μια δρασκελιά θα βρεθείς μέσα του. Νοιώθεις ελεύθερος, νοιώθεις ότι φεύγεις. 

Είναι οι μνήμες από την Πλατεία Ιπποδάμειας, όπου πηγαίναμε τα βράδια να πάρουμε τον πατέρα μου από το μηχανουργείο όταν σχόλαγε, για να φάμε σουβλάκια στο LIDO, στην αρχή της Γούναρη. Είναι οι μνήμες από το Χατζηκυριάκειο, το πατρικό του μπαμπά, όπου κάθε Σάββατο μας περίμενε η κρητικιά γιαγιά να μας ταΐσει κοχλιούς μπουμπουριστούς.

Και είναι οι μνήμες της Ζέας της εφηβείας μου, μιας εφηβείας που ήταν η αιτία της φυγής μου από τον τόπο μου, στα βόρεια προάστια. 

Και τώρα που είμαι στην μέση ηλικία και πιστεύω πως παρέμεινα η ίδια και δεν διαβρώθηκα, αναρωτιέμαι: Τι δουλειά έχω εγώ εδώ; Γιατί έφυγα και έμεινα με τη λησμονιά; Ίσως για να καταλάβω την αξία και τη γλύκα των ανθρώπων με τους οποίους μεγάλωσα. 

Μπορεί να μην ανήκω στα βόρεια προάστια, αλλά σίγουρα ο αέρας που αποπνέει η οικογένειά μου, η οικογένεια του Πειραιά, μπορεί να καθαρίσει λίγο την αποπνικτική κλεισούρα των ερμητικά κλειστών μεγάρων που με περιτριγυρίζουν. 

Άλλωστε, τα πράγματα άλλαξαν από τότε για όλους μας. Άλλαξαν οι άνθρωποι και άλλαξαν και οι γειτονιές τους. Για χάρη της ανάπτυξης, πολλές αρχές ισοπεδώθηκαν, χαρακτήρες αλλοτριώθηκαν και η ανθρώπινη αγάπη και καλοσύνη έγιναν μια σκέψη, "ποιος είναι; είναι διάσημος; έχει λεφτά;"

Λίγοι ρομαντικοί απέμειναν. Ακόμα λιγότεροι ιδεολόγοι. Δύσκολο να γίνουμε αυτοί που ήμασταν κάποτε.  Αλλά… ποτέ μην λες ποτέ.

Θα ήθελα μια μέρα να γυρίσω. Για τον Πειραιά που αγάπησα και αγαπώ, θα ήθελα να φτιάξω κάτι καλύτερο. 

Αλλά η πηγή έμπνευσης παραμένει και… ποτέ μην λες ποτέ!

 

Τελευταία τροποποίηση στις Σάββατο, 09 Μαρτίου 2013 06:47

Σχόλια   

0 # Νίκος 11-11-2012 22:31
Θυμάμαι και νοσταλγώ. Είχα σταματήσει να τα κάνω και τα δύο. Μου τα ξαναθύμισες. Το είχα ανάγκη.
Παράθεση