Με τα χρόνια έχω πειστεί πως η όραση εύκολα συμφιλιώνεται με την πραγματικότητα. Ιδιαίτερα αν οι οποιεσδήποτε αλλαγές που συμβαίνουν έχουν ένα αργό τέμπο. Φυσικά, το μάτι καρφώνεται όταν αντικρίζει την ομορφιά εκείνη που ο αόρατος αγγειοπλάστης πλάθει εντός μας. Παρόλο που το τι θεωρεί ωραίο ο καθένας μας διαφέρει, το κοινό μας στοιχείο είναι ότι δεν ξεκολλάμε τα μάτια μας όταν δούμε την ομορφιά μας να πάλλεται εκεί έξω. Ομορφιά ανθρώπων, της φύσης, των έργων. Με την ασχήμια, όμως, δε μου συμβαίνει κάτι ανάλογο. Και πιο δύσκολα αντιδρώ και πιο ήπια είναι τα αρνητικά συναισθήματα που μου προκαλεί. Αυτοάμυνα; Υπάρχουν αρκετοί που υποστηρίζουν πως κάποιες εποχές και σε κάποια στρώματα, αυτή η τάση του να αδιαφορείς για τη γύρω σου αθλιότητα και ασχήμια κυριαρχεί απόλυτα πάνω σε όλες τις άλλες πλευρές μας. Κι είμαι στο τσακ να συμφωνήσω μαζί τους. Όμως αναρωτιέμαι, αν μια τέτοια πίστη, όσο και αν τροφοδοτείται από την πραγματικότητα, θα με ανεβάζει κάπου πιο ψηλά ή θα μεγαλώνει την ποζάτη αδιαφορία μου;
Η σχετική αδράνεια της όρασης είναι μία απόπειρα ερμηνείας για το λόγο που δεν αντιδρούσα κάθε φορά που έβλεπα τα πεταμένα σκουπίδια στο φαράγγι. Δεν τους έδινα καμία σημασία, δεν έκανα καμία σκέψη και ας τα έβλεπα να αυξάνονται συνεχώς. Η πρώτη φορά που ενοχλήθηκα ήταν τη μέρα που, μετά από το φετινό παρατεταμένο καλοκαίρι, έβρεξε. Τη μέρα εκείνη έτυχε και πέρασα από τη πεζογέφυρα και με πήρε μια έντονη μπόχα. Μονολόγησα: κοίτα ρε, που η όσφρηση με κάνει πιο ευαίσθητο από την όραση! Φαίνεται πως η δυσωδία έβαλε σε κίνηση το μέρος εκείνο του εγκεφάλου που κάνει τις πρώτες απλοϊκές ερωτήσεις. Ποιοι πετάνε αυτά τα σκουπίδια; Γιατί τα πετάνε σ’αυτό το σημείο; Υπάρχει έστω και ένας κάτοικος από τη γύρω περιοχή, κάποιος περαστικός με οικολογική συνείδηση ή ο κύριος εκλεγμένος στην τοπική αυτοδιοίκηση, στο σωματείο, που να τον ενοχλούν; Προσπάθησε αυτός, ο έστω ένας, να κάνει κάτι για να μαζευτούν τα σκουπίδια από τις γραμμές και να προφυλαχτεί το σημείο αυτό; Σε ποιον ανήκει ο χώρος αυτός; Ποιος έχει την ευθύνη για την καθαριότητα των γραμμών του τρένου, που πια δεν χρησιμοποιούνται; Το πιο λογικό είναι να την έχει ο ΟΣΕ. Αλλά στην χώρα μας, που η κοινή λογική είναι σε χρόνια ανεργία, μπορεί η καθαριότητα των γραμμών να είναι αρμοδιότητα του δήμου Πειραιώς ή του δήμου Κερατσινίου-Δραπετσώνας. Το χειρότερο είναι να μην είναι ξεκαθαρισμένο ποιος έχει την ευθύνη.
Την άλλη μέρα, Τετάρτη ήτανε, πήρα τη φωτογραφική μου και πήγα στο φαράγγι. Ρωτώντας κάποιους μαγαζάτορες και κατοίκους συνοψίζοντας έχουμε: Και αυτοί το ξέρουνε πως εκεί μαζεύονται σκουπίδια. Και αυτούς τους ενοχλεί και το θέαμα και οι μυρωδιές. Δε γνωρίζουν κάποιον που να έχει ενεργήσει για να καθαριστεί το φαράγγι. Θυμήθηκαν πως, πριν κανένα χρόνο περίπου, ένα συνεργείο γύριζε μία ταινία στο φαράγγι. Ο παραγωγός είχε ζητήσει από τον κ.Φασούλα να καθαρίσει το χώρο. Αυτός του απάντησε πως δεν έχει χρήματα, κι έτσι ο παραγωγός πλήρωσε τρεις μαύρους και το κάνανε λαμπίκο. Συμφώνησαν πως δεν ξέρουν ποιοι πετάνε τα σκουπίδια, ίσως οι γύφτοι, αλλά μπορεί και να τα μαζεύει εκεί ό αέρας ( από πού;).
Μου είπανε να πάω εγώ, ως δημοσιογράφος (θεός φυλάξοι), στον κ. Μιχαλολιάκο και να του το αναφέρω. Αυτός σίγουρα θα καθαρίσει το χώρο, μιας και νοιάζεται για την καθαριότητα του Πειραιά. Τέλος, είδα πως το κτίριο του σταθμού το φυλάει ιδιωτική αστυνομία, που λογικό είναι να την πληρώνει ο ΟΣΕ. Ένας μου είπε πως οι σεκιουριτάδες εμφανίστηκαν από τότε που κατασκήνωναν γύρω από τον σταθμό οι τσιγγάνοι.
Αυτό που σκέφτομαι τώρα είναι κάτι που θα το λέγατε κι εσείς. Όσο τα ήδη υπάρχοντα σκουπίδια δε μαζεύονται, τόσο θα πληθαίνουν. Είναι σχεδόν σίγουρο πως ο χώρος αυτός, αργά αλλά σταθερά, θα γίνει μια μικρή χωματερή. Προφανώς, τα σκουπίδια κάποιοι τα πετάνε εκεί. Μπορεί αυτούς που περνάνε το γεφυράκι να τους πιάνει εκείνη η διεστραμμένη ευχαρίστηση του να πετάς κάτι από ψηλά στα χαμηλά. Δε θεωρώ, όμως, απίθανο να πετάνε τα σκουπίδια τους και κάποιοι από αυτούς που μένουν ή εργάζονται κάπου εκεί γύρω. Στην εποχή και στη χώρα που ζούμε, πιστεύω πως γίναμε βιρτουόζοι στο να κοιτάμε την ευκολία μας, το βόλεμά μας, ακόμα και όταν οι μικρές μας πράξεις γίνονται μπούμερανγκ. Όσο για την περιβόητη διαχρονική αρνητική σχέση που έχουμε ως λαός με ο,τιδήποτε δημόσιο, έχει κτυπήσει κόκκινο προ πολλού, άρα παίζει κι αυτή. Πώς μπορούμε τώρα να σταματήσουμε να βάζουμε τα δάκτυλά μας και να βγάζουμε τα ίδια τα μάτια μας, κανένας δε θα μας το πει. Αν νοιώσουμε αυτή την ανάγκη, ίσως και να βρούμε τρόπους, ίσως και να καλλιεργήσουμε τις ανάλογες συμπεριφορές. Όμως δεν είμαι αισιόδοξος. Γιατί, καθώς χρόνια εξασκούμαστε στο να αρνούμαστε να βλέπουμε πέρα από τη μύτη μας, θέλει ισχυρά κίνητρα και θέληση για να ξεκινήσουμε να προπονούμαστε για πιο απαιτητικά σπορ.
Στη συνέχεια ακολούθησα τις γραμμές για κανένα χιλιόμετρο. Σκουπίδια υπήρχαν πεταμένα παντού, αλλά όχι τόσα όσα στο φαράγγι. Σε κάποιο σημείο άρχισα να περπατάω πάνω στις σκουριασμένες ράγες. Α, είπα μέσα μου τη βαριά φιλοσοφία, δες φίλε μου, που ό,τι δε χρησιμοποιείται, αργά ή γρήγορα σκουριάζει. Τόση ώρα έβλεπα τις σκουριασμένες ράγες αλλά, τι παράξενο, τη στιγμή που σκέφτηκα τη λέξη «σκουριάζει» , έγινε μια φλασιά και θυμήθηκα πως, πριν πεντέξι χρόνια, σ’αυτή τη γραμμή δούλευαν συνεργεία. Είχαν ξηλώσει όλο το παλιό δίκτυο και τοποθετούσαν καινούργιες ράγες, στρωτήρες και χαλίκι. Σε διάφορα, μάλιστα, σημεία έκτιζαν δεξιά κι αριστερά μικρά τείχη. Είχα χαρεί τότε με την προοπτική του να γίνει πάλι αφετηρία δρομολογίων ο Πειραιάς. Από μικρός μου άρεσαν τα τρένα. Και η νοσταλγία για τα σφυρίγματα των τρένων και των πλοίων, που άκουγα κουκουλωμένος τις κρύες νύχτες, με μεταμορφώνει στιγμιαία σε παιδάκι που ταξιδεύει ξανά στα πέρατα της οικουμένης Όσο για τη λειτουργία της καινούργιας γραμμής, ακόμα περιμένω. Ρωτάω τον εαυτό μου, αν η γενικότερη κατάστασή μας ήταν καλύτερη, άραγε θα μ’ ενδιέφερε ποιοι πήραν την απόφαση να ξαναφτιάξουν αυτή τη γραμμή, ποιος ήταν ο εργολάβος του έργου αυτού, ποιοι τον διάλεξαν, με ποια κριτήρια και πόσο κόστισε; Και το κλου: ποιοι αποφάσισαν και με ποιο σκεπτικό ότι η τσίλικη γραμμή δε θα λειτουργήσει ποτέ πια; Να ένα παράδειγμα, που μερικές ερωτήσεις μπορούν να προκαλέσουν στεναχώρια – ευτυχώς περαστική - σε αυτόν που τις θέτει. Ίσως γιατί ο ερωτών ξέρει πως απαντήσεις δεν πρόκειται να πάρει, αφού δεν έχουν δοθεί σε ερωτήσεις που αφορούν σε πιο μεγάλα έργα, σε πιο άθλιες σπατάλες, σε πιο ελεεινά πλιάτσικα. Την άλλη μέρα που ξανασκέφτηκα όλα τα χθεσινά συμβάντα, μου φάνηκε πως πήρα μια τζούρα της μεγάλης βρωμιάς, της μεγάλης μπόχας που βγάζει το σκουπιδαριό της Ελλάδας. Και αν με ρωτούσατε, ποιο νομίζω πως είναι το κέρδος της χθεσινής μου βόλτας, θα σας απαντούσα : (α) η δειλή επανεμφάνιση της διάθεσης να αντιδρώ σε ένα διάχυτο κλίμα παραίτησης που διαποτίζει όλους μας και (β) η αναβίωση της κατάστασης να κάνω ερωτήσεις προς τις εξουσίες. Φάσεις, δηλαδή, που σ’εμένα προκαλούν μια μικρή χαρά.Το συμπέρασμα, για όσο καιρό θα μπορώ να το εφαρμόζω, είναι κάτι που το γνώριζα από πριν κι εγώ κι εσείς. Αν, δηλαδή, δε ρωτάμε, στον κατάλληλο χρόνο, τους ας πούμε αρμόδιους και δεν πιέζουμε πιεστικά για πειστικές απαντήσεις και λύσεις, κακό του κεφαλιού μας κάνουμε.
Έμεινε σε εκκρεμότητα να βρεθεί, αν υπάρχει, ένας τρόπος για να μαζευτούν τα σκουπίδια. Αποφάσισα να το κυνηγήσω λιγάκι. Και διάθεση είχα και χρόνο και το έβαλα στοίχημα με τον εαυτό μου. Αλλά και γιατί θυμήθηκα πως υπάρχει και μια πρόταση για το χώρο της καταργημένης γραμμής, που μ’αρέσει. Πρέπει να την είχα διαβάσει σε κάποιο πρόγραμμα – μάλλον της Πειραιώτικης δημοτικής παράταξης «Το λιμάνι της Αγωνίας». Κάποτε, λοιπόν, είχαν προτείνει να δεντροφυτευτεί όλη αυτή η διαδρομή της εκτός λειτουργίας γραμμής από τον Πειραιά μέχρι το Ρέντη. Και, στις μέρες μας, που αυξάνονται οι ποδηλάτες, εύκολα σου έρχεται να συμπληρώσεις εκείνη την πρόταση με το να συμπεριληφθεί σ’αυτήν την πράσινη διαδρομή και ένας ποδηλατόδρομος. Μόνο που αυτή την ιδέα μού φαίνεται δύσκολο να υπάρχουν κάποιοι εκλεγμένοι ή ιδιωτικών συμφερόντων συνάνθρωποί μας, που να έχουν την όρεξη να την υλοποιήσουν. Αυτοί, συνήθως, από άλλα σχέδια εκστασιάζονται, σε άλλα έργα δίνουν τα ρέστα τους.
Τελειώνω, αναφέροντας τις ενέργειες που έκανα για να καταθέσω κάπου το αίτημα για την άμεση καθαριότητα του φαραγγιού και της υπόλοιπης γραμμής. Μπήκα λοιπόν στο διαδίκτυο και άρχισα να ψάχνω. Στο www.nikipress.gr βρήκα πως το 2105297777 είναι των κεντρικών γραφείων του ΟΣΕ. Πήρα τρείς φορές, μέρες που δεν είχε απεργία ο ΟΣΕ, αλλά, όπως ήταν φυσικό, κανείς δεν απαντούσε. Μετά δοκίμασα την ιστοσελίδα του ΟΣΕ – www.ose.gr . Στην αρχική της σελίδα έκανα κλικ στο εικονίδιο trainose και μετά κλικ στο «Επικοινωνία». Μου βγήκε μία φόρμα που στο υπόθεμα «Παράπονα» έγραψα σχετικά με τα σκουπίδια στις γραμμές του Πειραιά. Πάτησα αποστολή και…. περιμένω..
Σκέφτομαι πως αυτοί που έχουν ισχυρό κίνητρο να ενδιαφερθούν για το θέμα αυτό, είναι αυτοί που έχουν τα μαγαζιά τους και τα σπίτια τους εκεί δίπλα. Κάποιος από αυτούς που μίλησα μαζί του μου είπε «κάτι πρέπει να κάνουμε, αλλά δεν ξέρω, καλέ κύριε, από πού να ξεκινήσω, να σε κεράσω ένα καφέ;». Πίνοντας και συζητώντας σα να μου φάνηκε πως θα προσπαθήσει ο νέος. Μακάρι και ….περιμένω.
Υποχρέωση έχουν και οι θεσμικοί, δηλαδή οι εκλεγμένοι της τοπικής αυτοδιοίκησης. Αν, φυσικά, έχουν δει αυτό το χάλι και αν περνάει από το μυαλό τους ότι πρέπει να ασχοληθούν με αυτό το θέμα, ζητώντας επίσημα π.χ από τον ΟΣΕ να μαζέψει τα σκουπίδια και για να προστατεύσει την υγεία των ανθρώπων που ζουν στις όχθες της γραμμής αυτής. Η τελευταία κίνηση που έκανα ήταν να πάρω το 2104800095. Είναι το τηλέφωνο του Σκάι, του τμήματος «Καθαρή Ελλάδα». Πήρα, λοιπόν, και άφησα σαν προτεινόμενη περιοχή για καθαρισμό, από τους εθελοντές που ανταποκρίνονται σ’αυτήν την πρωτοβουλία του Σκάι, τις γραμμές του τρένου στον Πειραιά. Και …..περιμένω.
Θα μου άρεσε αν κάποιοι από εσάς, που αντέξατε να διαβάσετε όλο αυτό το άρθρο, έχετε μια άλλη ιδέα, έναν άλλο τρόπο που ή μπορείτε να τον προωθήσετε μόνοι σας ή να δώσετε σ’εμάς τις πληροφορίες για το πώς να κινηθούμε. Και …..περιμένω.
* Αυτό το γεφυράκι, αυτή η πεζογέφυρα υπήρχε εκεί από παλιά. Λέει, λοιπόν, ο Βαμβακάρης, στην αυτοβιογραφία του, πως είχε πει ο Γιάννης Παπαϊωάννου ( Πριν το χάραμα, Πέντε Έλληνες στον Άδη, Άνοιξε γιατί δεν αντέχω, Καπετάν Αντρέα Ζέπο. κ.α) ότι όποιος, πριν τον πόλεμο, δεν είχε περάσει, έστω και μια φορά, από αυτήν τη γεφυρούλα για να μπει στη Δραπετσώνα, δεν μπορούσε να έλεγε πως ήταν ρεμπέτης. Και, εκείνους τους καιρούς το να είναι κάποιος ρεμπέτης, σήμαινε πως ζούσε στην κόψη του ξυραφιού. Οι άνθρωποι αυτοί είχαν επιλέξει ένα τρόπο ζωής με έντονα ανατολίτικα στοιχεία που τους οδηγούσε στο περιθώριο. Κατάφερναν όμως και παρά την μαυρίλα της ζωής τους, να εκπέμπουν ένα παραδείσιο φως. Εκείνη την εποχή όλοι οι άλλοι, μα όλο ανεξαιρέτως ,τους είχαν στην μπούκα του κανονιού όχι για τις ιδέες τους, αλλά για τον τρόπο που ζούσαν, που διασκέδαζαν, για τα όνειρα που έκαναν.
