Μια εποχή, τότε που ξυπνούσαμε και κοιμόμασταν με το μυαλό μας όλο θεωρίες, ιδέες και γεγονότα και νομίζαμε πως τη διαλεκτική την είχαμε του χεριού μας, ένα πρόβλημα που με απασχολούσε ήταν το γιατί οι περισσότεροι Εβραίοι, στη Ναζιστική Γερμανία, δεν αντέδρασαν και οδηγήθηκαν σαν πρόβατα επί σφαγή στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ένας φίλος από την παρέα, συνομιλητής σε αυτά τα ολονύχτια εφηβικά χαζοξενύχτια στις καφετέριες του Πασαλιμανιού, θυμάμαι πως μια φορά μας είχε πει: «Ρε ρεμάλια σύντροφοι, δε σας φαίνεται ότι ο Φ. σα να έχει πάθει σοκ;» Ο Φ. ήταν της παρέας και μόλις τον είχε αφήσει ξαφνικά ο έρωτάς του. «Παρομοίως και οι Εβραίοι επί Χίτλερ», συνέχισε ο φίλος, «είχαν πάθει σοκ. Δεν πίστευαν αυτά που έβλεπαν τα μάτια τους. Τέτοια επίδειξη πρωτοφανούς βαρβαρότητας από τους περισσότερους Γερμανούς, στη χώρα του Γκαίτε, του Μπαχ, του Μάρξ; Δεν τολμούσαν να το πιστέψουν. Είχαν κοκαλώσει. Έπαιξαν, φυσικά, ρόλο και οι ραβίνοι τους, που τους ενίσχυσαν αυτήν την άρνηση αντίδρασης. Αλλά το κύριο ήταν το απρόσμενο μιας ανήκουστης συμπεριφοράς, από τα τέκνα ενός πολιτισμού με πολύ υψηλά στάνταρ».
Αρκετοί ίσως, ανάμεσά τους και ο Θεοδωράκης, θα έχουν διαβάσει -ή σκέπτονται να διαβάσουν- το βιβλίο της δημοσιογράφου Ναόμι Κλάιν «Το δόγμα του Σοκ». Η συγγραφέας, σε αυτό το βιβλίο, φανερώνει και αναλύει τους τρόπους που το κεφάλαιο, οι πολιτικοί και κοινωνικοί του εκφραστές και η πλειοψηφία των Μ.Μ.Ε., με απανωτά και μελετημένα κτυπήματα, οδηγούν διάφορους λαούς σε κατάσταση σοκ. Αυτό επιχειρείται, όταν το σύστημα βρίσκεται σε μεγάλη κρίση. Το σοκ τούς είναι απαραίτητο, για να καταφέρουν να αντιμετωπίσουν την κρίση, με στόχο την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους, με όσο το δυνατόν λιγότερες αντιστάσεις. Στον πυρήνα της στρατηγικής της πρόκλησης του σοκ βρίσκεται η αποδοχή, από τη μεριά της κοινωνίας, της θέσης πως η προτεινόμενη λύση κάθε φορά είναι μονόδρομος. Ένας συνδυασμός ξένων και ντόπιων δυνάμεων, και πιο πολύ με τις φτηνιάρικες αυτοσχέδιες μεθόδους τους, πέτυχαν να προκαλέσουν στην Ελληνική κοινωνία αυτό το σοκ του λαγού. Μόνο που αυτό που έριξαν και ρίχνουν στα μάτια μας δεν είναι μία δέσμη φωτός, αλλά μία δέσμη βαθιού σκότους.
Λογικά, δεν πρέπει να υπάρχει πια ούτε ένας Έλληνας που να μην σκέφτεται ότι, από εδώ και πέρα και για πολλά χρόνια, όλα θα είναι χειρότερα και πιο δύσκολα. Όλα και για τους περισσότερους από μας. Αυτό, όμως, που για αρκετό καιρό με ανησυχούσε πιο πολύ, και στον εαυτό μου και στους γύρω μου ανθρώπους, δεν ήταν τόσο ότι «μέλαν το μέλλον μας», αλλά το στήλες άλατος στο παρόν. Είμαι σίγουρος πως, σε έναν εξωτερικό παρατηρητή, θα μοιάζαμε σαν παίχτες του παιδικού παιχνιδιού «ακίνητα και ακούνητα στρατιωτάκια». Σε συλλογικό επίπεδο, μετά από αυτόν τον πολύμηνο λήθαργο και, το σημαντικό, δίχως την καθοδήγηση των κομμάτων, ακολούθησαν οι μέρες των «Αγανακτισμένων». Με κέρδισε αυτή η πανελλήνια πρωτοβουλία, αυτός ο αχταρμάς που έκανε συνομιλητές κάθε καρυδιάς καρύδι και που άρχισε δειλά -δειλά να συζητά όχι μόνο για τα δικαιώματα αλλά και για τις υποχρεώσεις των πολιτών. Νομίζω πως κατάφερε, ως ένα σημείο, να φοβίσει τους σωτήρες μας και γι’ αυτό να αντιμετωπιστεί απ’ αυτούς με υπερβάλλουσα βία. Επί του παρόντος, φαίνεται να είναι περιορισμένη η επίδραση αυτής της αγανάκτησης, αφού οι κατ’ εξοχήν δημιουργοί της έντασης που έχει η κρίση στην πατρίδα μας, και ταυτόχρονα και οι διαχειριστές της, δηλαδή ο δικομματισμός, εξακολουθούν να κάνουν παιχνίδι εις βάρος μας. Το μέλλον, όμως, είναι μπροστά μας, αν και επί του παρόντος δυστυχώς δε μας ανήκει. Αλλά η Ιστορία μάς διδάσκει πως όλα είναι δυνατά, όσο και αν στην παρούσα συγκυρία οι υπέρ μας πιθανότητες είναι μηδαμινές.
Τον τελευταίο καιρό, φαίνεται πως κάτι άρχισε να αλλάζει. Το πρώτο μήνυμα που μου ήρθε ήταν όταν διάβασα πως, στις τουριστικές περιοχές, από πέρσι, άρχισε να αυξάνει ο πληθυσμός που ασχολείται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Νέοι, που είχαν κάνει σπίτι τους την καφετέρια, έλεγε το άρθρο, άρχισαν να επιστρέφουν στα οικογενειακά τους χωράφια και κοπάδια, να τα καλλιεργούν και να τα φροντίζουν, και έτσι να προκύπτει, φέτος, μία εμφανής άνοδος του αγροτικού εισοδήματος σε αυτές της περιοχές. Αναρωτιέμαι, είναι δυνατόν, σιγά-σιγά, αυτή η τάση να μην εξαπλωθεί στην Ελληνική επικράτεια; Και είναι δυνατόν, αυτοί οι απίστευτοι συμπατριώτες μας, που βρίσκονται στα πόστα, να μην ενισχύσουν αυτήν τη σημαντική κίνηση νέων ανθρώπων; Οι απαντήσεις και στις δύο αυτές ερωτήσεις είναι «εσείς τι πιστεύετε;».

Και τα ελπιδοφόρα μηνύματα, μετά το καλοκαίρι, άρχισαν να πληθαίνουν. Δε μιλάω, φυσικά, για τους πιτσιρικάδες με τα καλάζνικοφ. Ούτε για αυτά που ακούγονται για τις απολυμένες νεαρές που βγήκαν στην πιάτσα με ένα σκεπτικό, που σε χοντρές γραμμές είναι το εξής : «γιατί να πηδιέμαι με τον Ζ τζάμπα, αφού μπορώ να πάω με έναν αξιοπρεπή κ. Χ, δυο τρεις φορές το μήνα, και να βγάζω αυτά που θα έβγαζα σ’ εκείνο το κωλομάγαζο σ’ ένα μήνα;». Αυτούς που σκέπτομαι είναι, λόγου χάρη, η ανιψιά μιας φίλης μου που, όταν φώναξαν τον υδραυλικό σπίτι τους για μια βλάβη, προσπάθησε να τον πείσει να την πάρει για βοηθό του. Σκέπτομαι αγόρια και κορίτσια, που αποφάσισαν να αλλάξουν προσανατολισμό και, φερ’ ειπείν, άρχισαν να μαθαίνουν κινέζικα. Μιλάω για το γιο ενός γνωστού μου, απόφοιτο του Χημικού. Για μήνες άντεχε τις σφαίρες των «όχι», και των «εμείς τώρα απολύουμε, αγόρι μου», από διάφορους εργοδότες. Μετά την απάθεια και τον αυτοεγκλεισμό στο δωμάτιό του, ξαναβγήκε στην πιάτσα. Τι τάισε τη θέλησή του και νίκησε την απελπισία; Πιθανόν ούτε ο ίδιος να ξέρει να μας το πει. Ξαναβγήκε, όμως, και άρχισε να ψάχνει για οποιαδήποτε δουλειά. Στο τέλος, βρήκε μια άσχετη με αυτό που σπούδασε. Φαίνεται πια να είναι ένας φυσιολογικός άνθρωπος, αν και η καρδούλα του το ξέρει. Δεν είναι το καλύτερο που του αξίζει, αλλά είναι κάτι. Ή ένας φίλος μαγαζάτορας, που για μήνες έμπαινε συνεχώς μέσα. Τον έβρισκα κάθε φορά κοντά στην απάθεια του υπνωτισμένου. Τι άραγε τον σκούντηξε και αποφασίζοντας να ζήσει σε χαμηλότερο στάτους, βρήκε την λύση, ή μάλλον καλύτερα αυτή τον βρήκε; Τώρα είναι υπ’ ατμόν και εμφανώς αισιόδοξος. Όπως και η μικρή γιατρίνα, που περιμένει χρόνια για ειδικότητα και για τον άρτον τον επιούσιο διορθώνει βιβλία μαθηματικών και σελιδοποιεί έντυπα. Κι άλλα πολλά παραδείγματα. Θα έχετε ακούσει για τα τηλέφωνα ευκαιριακών εργασιών, που αλλάζουν χέρια κάθε χρώματος. Δουλειές που δεν απορρίπτονται και ας είναι στην άλλη άκρη της Ελλάδος. Οι του δημόσιου ωραρίου, υποψήφιοι έφεδροι, που σου λένε, έχε με στα υπόψη, άμα ακούσεις για την τάδε δουλειά. Μαγαζάτορες που έβαλαν λουκέτο, εργάτες που έκλεισαν οι επιχειρήσεις τους, να σου λένε, και για κάνα δυο μεροκάματα, αδελφέ, αν μάθεις, πες μου το αν είναι, εντάξει; Να ’ναι το ένστιχτο της επιβίωσης, της αυτοσυντήρησης που άρχισε να δουλεύει; Πάντως, είναι εμφανές πως αρκετοί από αυτούς, που το σύστημα τους σπρώχνει στον Καιάδα, άρχισαν να αντιστέκονται σε προσωπική βάση. Οι κοινωνιολόγοι όλη αυτήν την κίνηση την αποκαλούν «ατομική στρατηγική επιβίωσης».
Όπως και να τη λένε, αυτό που έχει σημασία είναι ότι αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε πως, σε αυτή τη δύσκολη περίοδο, είναι αναγκαίο να ελιχθούμε, να ανακαλύψουμε και να εξελίξουμε και άλλες ικανότητές μας. Να μην κολλήσουμε σε μια κορνιζαρισμένη εικόνα του εαυτού μας. Είναι φανερό πως αλλάζουμε θέλοντας και μη. Αλλάζει η νόησή μας, μετασχηματίζεται ο συναισθηματικός μας κόσμος, άλλα στοιχεία διαμορφώνουν τις σχέσεις μας. Μέσα σ'αυτόν τον χαμό που ζούμε διακρίνω σημάδια μιας αλλαγής της νοοτροπίας μας. Με το μαχαίρι στο λαιμό, φυσικά, και μακάρι να μη μας συνέβαινε αυτό το κακό. Το κακό, που τώρα εμφανίζεται στον ανταγωνισμό που γίνεται όλο και πιο ωμός, στο φόβο μαφιόζος μέσα μας, στην εξάπλωση του ιού της ασυδοσίας προς κάθε μεριά, στις ανισότητες που έξω θεριεύουν. Αλλά πιστεύω πως είναι μια υγιής αντίδραση αυτό το νεογέννητο πνεύμα πρωτοβουλίας, αυτή η κινητικότητα που μας ξεκολλάει από τις συνήθειές μας,το ξύπνιο προς κάθε κατεύθυνση ψάξιμο. Νομίζω πως πρέπει να υποστηρίξουμε αυτές τις αλλαγές. Παρόλο που γύρω στις 400.000 επιχειρήσεις είναι στο κόκκινο και το δημόσιο σπρώχνει προς την έξοδο ένα σημαντικό αριθμό υπαλλήλων, πιστεύω πως η καλλιέργεια στάσεων ζωής με στοιχεία σαν τα παραπάνω και η προβολή εμβληματικών παραδειγμάτων, δεν είναι παρηγοριά στον άρρωστο. Όσο κι αν θα έχει περιορισμένη επιτυχία, το σημαντικό είναι πως θα διαμορφώνει ένα φρόνημα τέτοιο, που θα μας βοηθάει, όταν θα «πέφτουμε», να βρίσκουμε τη δύναμη να ξανασηκωνόμαστε. Και που στην πορεία θα μας σπρώχνει να επιλέγουμε ο,τιδήποτε θα οξυγονώνει την αξιοπρέπειά μας και την εσωτερική μας ελευθερία.Το σημαντικό είναι η εμφάνιση και καλλιέργεια της θέλησης τού να στηριχτούμε στις δυνάμεις μας κι όχι σε ξένες πλάτες. Αν καταφέρουμε να ενεργοποιήσουμε τα υπολείμματα της καλοσύνης που μας έχουν απομείνει και να επικεντρωθούμε σε τέτοιους στόχους έργου, που οι σχέσεις αλληλεγγύης θα γίνονται ισχυρότερες του εγωισμού μας, ίσως στο τέλος μας προκύψει μια Ελλάδα στην οποία θα υπάρχει μια θέση για όλους, και τουλάχιστον δε θα ντρεπόμαστε γι’ αυτήν. Όχι όπως σήμερα, που όλοι τη βρίζουμε, και πιο πολύ αυτοί που την οδήγησαν/ μάς οδήγησαν σ’ αυτά τα απερίγραπτα χάλια ή και οι άλλοι που τους ανέχτηκαν. Ούτε κοκαλωμένοι λαγοί, λοιπόν, στο δάσος, ούτε μαρμαρωμένοι Εβραίοι στη ναζιστική Γερμανία.
