Μετράω πρόσωπα που έρχονται.
Συλλέγω πρόσωπα που χάνονται.
Τα χάνω. Φοβάμαι.
Βρέχει πολύ σ'αυτή την παράξενη πόλη.
Μα ούτε στάλα δεν ξεπλένει αυτό που καίει
και βρωμίζει τη ψυχή μου.
Την ακουμπάει και τη μουσκεύει,
την ξεγελά, την γλυκαίνει για λίγο,
στο τέλος όμως.....καπνός.
Μια ιδέα καπνού και ανασφάλειας
αναδύεται μέσα από τη φλόγα.
Και ο πόνος εξατμίζεται.

