Μια φορά μ 'έναν καιρό μέρες συννεφιασμένο ένας τρελός γνώρισε μια ηλιαχτίδα.
Άμα χάνεις
Την ώρα που προσευχόμουνα αρπαγμένος
Eίναι ένα βάρος που σαπίζει πάνω στο στέρνο σου.
Είναι η οργή που σιγοκαίει μέσα σου.
Ο αιώνιος πόθος να γευτείς τη γαλήνη, ενώ μέσα σου φιλοξενείς ένα μικρό χάος.
Χρειάζομαι λέξεις.
ονειρευόταν το γενναίο ιππότη στο άσπρο άλογο του, αλλά τον ταξιδεμένο βάρδο που κάπνιζε ρυθμούς μ' έναν αυλό.Ορμητική. Η νιότη μας.

Αδύναμη. Η σιγουριά μας.
Νοερό.Το ενδιαφέρον μας. Παραμένουμε στη σκέψη.
Θρασύς. Ο τόνος μας.
,

Η εποχή όχι νυχτολούλουδο, όχι εσύ
Πας καλά ; τον ρώτησα
Όχι όταν σε ξεχνάω, όταν κοιμάμαι
όταν σκυλιάζω και τυφλώνομαι
στο κρεβάτι σα γυναίκα βιδωμένη
τριγυρνάω παντού.
Εγώ τις νύχτες δε γελώ.
Kλέβω χαρά και την πουλάω
για δική μου.

αφού ξανά σε πλαγιάζει
τρυφερά σ' αγκαλιάζει
τ’ αρχαίο μοτίβο
μιας ποίησης νόστου ντροπαλού.
O κύβος ερρίφθη.
Έτσι ξεκίνησε και αυτή η ιστορία,
σαν παραμύθι μιας φοράς κι ενός καιρού.
Φωνές της νιότης οι σπίθες της καρδιάς
μαρτυρίες των απλών θνητών ζωών.
Τότε που η φωτιά μεγάλωνε, θέριευε, κυβερνούσε
ακλόνητη, απρόσιτη, κλεισμένη σε γυαλί
φυλακισμένη κι όμως ελεύθερη στο χρόνο και στα πάθη.
Είπαν πως η βροχή τη μίσησε κ’ ήθελε να την πνίξει
πως ο άνεμος τη ζήλεψε κ’ ήθελε να τη σβήσει
πως οι βροντές και οι αστραπές βοήθησαν ν’ ανάψει
πως ο ουρανός τη λάτρεψε κ’ ήθελε να της μοιάσει.
Είπαν πως ερωτεύτηκε μα όλοι τη φοβούνταν
πως την εκμεταλλεύτηκαν μόνο για το καλό τους
πως προδομένη έμεινε, μόνη και πληγωμένη
και όλοι οι άλλοι γύρευαν για την καταστροφή της.
Κ’ ύστερα πέρασε ο καιρός
κ’ εκείνη αλλαγμένη ύφαινε την οπλιά της
να φυλακίσει για να εκδικηθεί αυτούς που την πληγώσαν
και για να κάψει ζωντανούς όσους τη φαρμακώσαν.
Πώς να νικήσεις, όμως, μάτια μου, τους ήδη κολασμένους???
Αφού η ζήλια και ο θυμός ποτέ δεν ηττηθήκαν...
Είπαν πως έσπασε το γυαλί και πέθανε μονάχη
και πως δεν άντεξε στον κόσμο να υπάρχει
ήπιε νερό και έσβησε αφήνοντας δυο λέξεις :
"ουρανέ μου, δύναμη να έχεις για αντέξεις".