Δε φοβάσαι;

 

Αντίχειρας. Ο μέγας δάκτυλος της χειρός, ο κείμενος έναντι των τεσσάρων άλλων , διαφέρει κατά το ότι έχει δύο φάλαγγες και διαθέτει μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεως. Και , εδώ που τα λέμε, σε μένα διέθεσε μεγαλύτερη ελευθερία μετακινήσεως! Αυτός ο μέγας δάκτυλος έγινε ο χορηγός μου στο ωτοστόπ.

Όχι, δεν είναι ένα χόμπι, μια δραστηριότητα για τις ελεύθερες ώρες της μέρας. Χρειάζεται πλήρη αφοσίωση, σκοπό. Όχι, δεν είναι ούτε άθλημα. Δεν υπάρχουν ανταγωνιστές, δεν έχεις ανάγκη το ρεκόρ. Μα ούτε και δουλεία (θα περίμενα ακόμη το μισθό του Μάη τότε που έκανα το προηγούμενο ωτοστόπ). Το ωτοστόπ είναι μια απόλαυση και δεν έχει ακόμη φορολογηθεί. Ξέφυγε, κράτησε πρωτόγονο χαρακτήρα και γι’ αυτό μπορεί ακόμη να ξαφνιάζει τους άμαθους οδηγούς.

Κάθε αρχή και δύσκολη. Αυτό το πρώτο σήκωμα του χεριού, όπως στις πρώτες αναζητήσεις του κορμιού σου, είναι δειλό κι αμήχανο. Το σκέφτεσαι, το κάνεις πρόβα στο μυαλό σου, νομίζεις ότι είσαι έτοιμος, αλλά η αποφασιστικότητα δεν φτάνει ως τις άκρες των δακτύλων σου. Ύστερα (ω μαγική στιγμή!) το χέρι σου σηκώνει ψευτο-ανάστημα. Δεν είναι ζόρικο. Αντιθέτως. Αδύναμο μάλλον. Έτοιμο να κρυφτεί στην πρώτη απογοήτευση. Εκεί μπαίνεις εσύ. Με την πείρα των γοητεύσεων και απογοητεύσεών σου, το παρηγορείς και το ενθαρρύνεις. Θέλει κι αυτό την επιβεβαίωσή του, ότι είναι ποθητό και έχει δύναμη να ξεχωρίσει. Να το αμάξι που θα σε πάρει. Τρέχεις με κρυφή έξαψη προς το μέρος του. Ρωτάς τον προορισμό του, που δεν σ’ απασχολεί ιδιαίτερα, μπαίνεις και σκέφτεσαι τον αντίχειρά σου (με την ιδιαιτερότητα που του δόθηκε, κάνει χορούς θριάμβου, βουβά, στο πλάι του ποδιού σου).

-Φοιτήτρια είσαι;
-Ναι.
-Α, ωραία. Τι σπουδάζεις; (κουβέντα να γίνεται)
-Μαθηματικά.
-Από Πάτρα;
-Όχι από μια περιοχή κοντά στο Πειραιά.
-Και πώς σου φαίνεται η Πάτρα;
-Μ’ αρέσει πολύ.

Υπάρχει μία παύση γεμάτη ερωτηματικά. Συνήθως παίρνει ένα δυο λεπτά μέχρι να νοιώσεις άνετα. Και, μόλις νιώσεις ασφαλής, με ρωτάς αυτό που ήθελες να με ρωτήσεις από πριν καν μπω στο αμάξι: «Δε φοβάσαι;». Η αρνητική μου απάντηση ενθουσιάζει τους φιλικούς και κατευνάζει τους μυστήριους. Αν φοβάμαι ή όχι, δεν το ξέρω καλά καλά ούτε κι εγώ. Όμως, αν το καλοσκεφτείς, το να φας πόρτα απ’ τη ρουτίνα περιλαμβάνει και μια δόση φόβου μέσα στο πακέτο. Οι ξεχωριστές διαδρομές δε θέλουν ζώνες ασφαλείας, γιατί σε συγκρατούν απ’ τα τραντάγματα.
Ας επανέλθουμε στο κάθισμα του συνοδηγού, γιατί ξεφύγαμε λίγο. Όταν αρνούμαι το φόβο, προσπαθείς να με λογικέψεις.
-Κι αν σου τύχει κανένας περίεργος;
-Θα το αντιμετωπίσω, σου απαντώ.
Έρχομαι εγώ τώρα να σε ρωτήσω, αν φοβάσαι και, αν είμαι περίεργη, πώς θα με αντιμετωπίσεις. Δε σε ρωτάω όμως. Μην τρομάξεις. Σταμάτησες. Καλή αρχή. Μου προσφέρεις τη διαδρομή και γω τον παράδρομο να πεις μια διαφορετική ιστορία στο σπίτι, στους φίλους, στη δουλειά.

Στους δρόμους λοιπόν, αδέρφια.
   Χωρίς φόβο, με πάθος.

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 15 Απριλίου 2013 05:38