Ένα απόγευμα από εκείνα που μάστισαν τον Αύγουστο μου. Ζέστη, σκόνη, ιδρωμένα μακό, εφημερίδα στο ένα χέρι, κινητό και τηλεκάρτα στο άλλο, στυλό στο στόμα και ένα αξιοπρεπές ενοικιαστήριο πουθενά.
Αφότου υπερανέλυσα το αν θα έπρεπε να εξηγήσω στον φίλο που νοίκιαζε την δίχωρη, παράνομη παράγκα του με ελενίτ στην ταράτσα μιας πολυκατοικίας, ότι για κανένα λόγο η αγγελία του δεν θα έπρεπε να γράφει δυαράκι-μαιζονετάκι εβδόμου ορόφου (τουλάχιστον για τον όροφο ήταν ειλικρινής), αποφάσισα να δροσίσω την απελπισία μου. Και χωρίς να το καταλάβω βρέθηκα σε ένα τόσο γλυκό καφέ, που η διακόσμηση του διχασμένη όπως οι φίλοι μου κι εγώ μας ξεγελά. Εμπνευσμένη από το γιασεμί που χάιδευε την μεταλλική πέργκολα του μαγαζιού, παρήγγειλα το τσάι μου έχοντας ήδη αισθανθεί τη μυρωδιά του. Με όση λαχτάρα τα χείλη μου ακούμπησαν το γυάλινο ποτήρι, με τόση αποδοκιμασία μόρφασαν μπροστά του, όταν αντιλήφθηκαν τη ζάχαρη που'χε ύπουλα διαλυθεί μέσα στο ρόφημα. Έτσι σαν κάθε άτομο με σύνδρομα, που σέβεται τον εαυτό του, έκανα την τρίχα τριχιά και έρχομαι σήμερα, μετά από τόσους μήνες, να σας ρωτήσω, γιατί τόση ζάχαρη παντού;
Ο άνθρωπος φοβήθηκε τόσο πολύ την πίκρα της ζωής, που σ’ ό,τι μπορούσε έβαλε προσθήκη ζάχαρης. Στολίζουμε με λευκούς μικρούς κρυστάλλους τις φράουλες και τα λόγια μας. Δικαιολογούμαστε ότι έχουν χάσει τη γεύση τους ( τα λόγια μας; ). Αναρωτιέμαι, όμως, μήπως εμείς τελικά έχουμε χάσει τη γεύση μας; Απολαμβάνουμε μια φράουλα, μια σοκολάτα, μια κουβέντα, έναν άνθρωπο extra γλυκά. Διστάζουμε, όπως διστάζει και ο οισοφάγος μας, να γνωρίσουμε τον κόσμο πικρό, γυμνό, ξεκάθαρο. Κατέληξε να θεωρείται φετίχ να θες να γνωρίσεις έναν άνθρωπο καλύτερα ( μετά απ’ αυτά που έχεις δει! ). Φετίχ ,κύριοι και κυρίες! Κι από τα πιο μαζοχιστικά μάλιστα.
Όσο για μένα.
Θέλω το γιασεμί μου σκέτο και τους άνδρες μου γλυκούς.
